Header Ads

Header ADS

29 Μαΐου 1453: Η Άλωση της Πόλης μέσα από τα μάτια του Γ. Φραντζή



Η περιγραφή των τελευταίων ωρών της πόλης και οι  σκηνές που εκτυλίχθηκαν όταν οι Οθωμανοί την κατέλαβαν

Ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής (1401 -1480) ήταν Βυζαντινός αξιωματούχος και ένας από τους ιστορικούς της Αλώσεως. Υπήρξε ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας της εθνικής συμφοράς που κατέγραψε τα γεγονότα της Άλωσης, πληρώνοντας και ο ίδιος τρομερό κόστος, αφού η οικογενειά του σκλαβώθηκε από τους Οθωμανους. Ο δε γιός του δολοφονήθηκε επειδή αρνήθηκε να γίνει βορά στις ορέξεις του Μωάμεθ.

Μετά την Άλωση κατέφυγε στην Πελοπόννησο και κατόπιν στην Κέρκυρα, όπου έγραψε το Χρονικό του, δηλαδή τα γεγονότα των ετών από το 1258 ως το 1476, που μας διασώθηκε σε δυο μορφές, τη Majus (την εκτενέστερη) και τη Minus (τη συντομότερη).

Παραθέτουμε την περιγραφή των τελευταίων ωρών της πόλης καθώς και τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν όταν οι Οθωμανοί την κατέλαβαν, όπως καταγράφηκαν στο μικρό Χρονικό.

«Και ενώ ο βασιλιάς έλεγε αυτά τα λόγια, ο Ιωάννης Ιουστινιάνος, ο οποίος ήταν και στρατηγός, πληγώθηκε από βέλος τόξου στο πόδι, συγκεκριμένα στον δεξιό του αστράγαλο.

Αυτός, που ήταν τόσο έμπειρος στον πόλεμο, μόλις είδε το αίμα να ρέει από το σώμα του, άλλαξε εντελώς. Όλη η ανδρεία που είχε δείξει μέχρι εκείνη τη στιγμή χάθηκε από τον φόβο, και από εκεί και πέρα άρχισε να ενεργεί άσκοπα. Αποσύρθηκε από τη θέση του. Περνούσε σιωπηλός ψάχνοντας για γιατρούς, χωρίς να θυμάται καθόλου τη γενναιότητα και την επιδεξιότητα που είχε δείξει από την αρχή. Δεν είπε τίποτα σε όσους ήταν μαζί του, ούτε άφησε κάποιον άλλο να πάρει τη θέση του, για να μην προκληθεί σύγχυση και καταστροφή.

Όταν όμως οι στρατιώτες γύρισαν και δεν είδαν τον στρατηγό τους, και όταν άκουσαν ότι είχε φύγει, έπεσαν σε μεγάλη ταραχή και δειλία. Ο βασιλιάς, που βρέθηκε εκεί εκείνη τη στιγμή, βλέπει τους στρατιώτες αναστατωμένους και γεμάτους φόβο, σαν πρόβατα που τα κυνηγούν, και μαθαίνοντας την αιτία και βλέποντας τον στρατηγό του Ιουστινιάνο να φεύγει, πλησίασε κοντά του και του λέει:«Αδελφέ, τι είναι αυτό που έκανες; Γύρισε πίσω στη θέση που σου έχει οριστεί. Αυτή η πληγή είναι μικρή. Γύρισε, γιατί τώρα είναι η μεγαλύτερη ανάγκη. Η πόλη κρέμεται στα χέρια σου, για να την σώσεις.»

Παρόλο που ο βασιλιάς του μίλησε πολύ, εκείνος δεν του απάντησε τίποτα. Αντίθετα, πέρασε ντροπιαστικά στον Γαλατά και εκεί πέθανε από την πίκρα και την περιφρόνηση.
Οι Τούρκοι, βλέποντας αυτή την τεράστια σύγχυση των δικών μας, πήραν θάρρος. Εκείνη την ώρα ήταν παρών και ο Σογάν Πασάς, ο οποίος μίλησε στους Γενιτσάρους και στους άλλους και τους ενθάρρυνε. Κάποιος Γενίτσαρος ονόματι Χασάν (γίγαντας από το Λευκάδιον) όρμησε μπροστά, κρατώντας με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του και με το δεξί το σπαθί, και προχώρησε προς το τείχος όπου έβλεπε τη σύγχυση. Τον ακολούθησαν και άλλοι γύρω στους τριάντα, ζηλεύοντας την ανδρεία του.

Προσωπογραφία Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Η προσωπογραφία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που ανακαλύφθηκε σε Μονή κοντά στο Αίγιο

Οι δικοί μας που είχαν απομείνει στο τείχος τους κατακέντησαν με βέλη, τους έριξαν πέτρες τεράστιες και έριξαν κάτω δεκαοκτώ από αυτούς. Ο Χασάν όμως δεν σταμάτησε την ορμή του μέχρι να ανέβει πάνω στα τείχη και να τρέψει σε φυγή τους δικούς μας. Μόλις κατάφερε να ανέβει, και άλλοι πολλοί Τούρκοι τον ακολούθησαν και ανέβαιναν στο τείχος. Οι δικοί μας δεν πρόλαβαν να τους εμποδίσουν λόγω του μικρού τους αριθμού, ενώ οι εχθροί ήταν πάρα πολλοί. Όσοι ανέβηκαν, έμπλεξαν σε μάχη μαζί τους και έγινε μεγάλη σφαγή. Ο Χασάν, ενώ μαχόταν, σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε. Οι δικοί μας γύρισαν, τον είδαν πεσμένο και τον χτυπούσαν με πέτρες από παντού.

Εκείνος σηκώθηκε στο ένα γόνατο και αμυνόταν, αλλά από το πλήθος των τραυμάτων παράλύθηκε το δεξί του χέρι και τελικά σωριάστηκε κάτω, γεμάτος βέλη. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο.

Έπειτα, τόσο πολύ ανέβηκε το πλήθος των εχθρών, που διασκόρπισαν τους δικούς μας. Αφήνοντας τα εξωτερικά τείχη, μπήκαν μέσα από την πύλη, πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον. Ενώ συνέβαιναν αυτά, ακούστηκε μια φωνή από μέσα και από έξω και από την πλευρά του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο, και οι σημαίες τους υψώθηκαν πάνω στους πύργους!»

Αυτή η φωνή τρόμαξε τους δικούς μας και ενθάρρυνε τους εχθρούς. Με αλαλαγμούς και μεγάλες κραυγές, όλοι ανέβαιναν στα τείχη χωρίς φόβο.

Όταν ο δυστυχής βασιλιάς και αυθέντης μου είδε αυτό, έκλαιγε με δάκρυα και παρακαλούσε τον Θεό, ενώ παράλληλα προέτρεπε τους στρατιώτες να δείξουν μεγαλοψυχία. Δεν υπήρχε πια καμία ελπίδα βοήθειας. Κέντησε το άλογό του, έτρεξε και έφτασε εκεί όπου προχωρούσε το πλήθος των άπιστων. Και όπως ο Σαμψών εναντίον των αλλοφύλων, έκανε θαύματα: στην πρώτη συμπλοκή έριξε από τα τείχη πολλούς εχθρούς, ώστε όσοι το έβλεπαν έμειναν έκθαμβοι. Βρυχιόταν σαν λιοντάρι, κρατώντας το σπαθί γυμνό στο δεξί του χέρι και σκότωσε πολλούς εχθρούς. Το αίμα έτρεχε ποταμηδόν από τα χέρια και τα πόδια του.

Ο προαναφερθείς Δον Φραγκίσκος ο Τολέδος έκανε πράγματα ανώτερα και από τον Αχιλλέα. Βρισκόταν στα δεξιά του βασιλιά και σαν αετός με νύχια και ράμφος κατασπάραζε τους εχθρούς. Ομοίως και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όταν είδε τον βασιλιά να μάχεται και την πόλη να κινδυνεύει, φώναξε μεγαλόφωνα κλαίγοντας: «Θέλω να πεθάνω παρά να ζήσω», και ρίχτηκε ο ίδιος στη μέση με κραυγή, βρήκε τους εχθρούς, τους διασκόρπισε, τους σκόρπισε και τους θανάτωσε.

μαχες βυζαντινών τούρκων

Μάχες Βυζαντινών και Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη το 1453

Επίσης και ο Ιωάννης ο Δαλμάτης που βρισκόταν εκεί, πολεμούσε γενναιότερα από κάθε άλλο στρατιώτη. Όσοι το έβλεπαν θαύμαζαν τη δύναμη και την ανδρεία αυτών των εξαίρετων ανδρών.

Δύο και τρεις φορές έγινε σφοδρή επίθεση και συμπλοκή, και ανάγκασαν τους άπιστους να υποχωρήσουν, σκότωσαν πλήθος και έριξαν άλλους από τα τείχη. Πολεμώντας με μανία και συμπλεκόμενοι, τελικά σκοτώθηκαν και οι ίδιοι, αφού πρώτα προκάλεσαν μεγάλη σφαγή στους εχθρούς. Και άλλοι γενναίοι στρατιώτες που πολεμούσαν εκεί σκοτώθηκαν κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν κατασκευάσει εκείνη την ελέπολη και στήσει τη μεγάλη πολιορκητική μηχανή, και από εκεί, αφού γκρέμισαν τα τείχη, μπήκαν πρώτοι στην πόλη.

Εγώ εκείνη την ώρα δεν βρισκόμουν κοντά στον αυθέντη μου τον βασιλιά, αλλά με εντολή του είχα πάει σε άλλο μέρος της πόλης για επιθεώρηση.

Καθώς η περιγραφή του Φραντζή τελειώνει εδώ, την ιστορία συνεχίζει ο Δούκας

Ο βασιλιάς λοιπόν, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα, στεκόταν κρατώντας σπαθί και ασπίδα και είπε ένα λόγο άξιο θρήνου: «Δεν υπάρχει κανένας Χριστιανός να πάρει την κεφαλή μου από εμένα;» Γιατί είχε μείνει τελείως μόνος. Τότε ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, και εκείνος του έδωσε κι αυτός μια. Από πίσω όμως άλλος του έδωσε θανάσιμο χτύπημα και έπεσε κάτω. Δεν ήξεραν ότι ήταν ο βασιλιάς, αλλά σαν απλό στρατιώτη τον σκότωσαν και τον άφησαν.

Μετά οι Τούρκοι κυνήγησαν και όσους Χριστιανούς είχαν απομείνει πίσω από τα εσωτερικά τείχη με βέλη, σφενδόνες και πέτρες, και έγιναν κύριοι όλων, εκτός από τους πύργους του Βασιλείου Λέοντος και του Αλεξίου, όπου στέκονταν οι ναύτες από την Κρήτη. Αυτοί πολεμούσαν γενναία μέχρι την έκτη και έβδομη ώρα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας όμως το τεράστιο πλήθος και την πόλη ολόκληρη σκλαβωμένη, δεν ήθελαν να σκλαβωθούν και έλεγαν ότι είναι καλύτερα να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Ένας Τούρκος ανέφερε στον Αμηρά την ανδρεία τους, και εκείνος διέταξε να κατέβουν με συμφωνία και να είναι ελεύθεροι αυτοί, το πλοίο τους και όλη η περιουσία τους. Μετά από πολλές προσπάθειες, μόλις τους έπεισαν να φύγουν από τον πύργο.

Δύο Ιταλοί αδέλφια, ο Παύλος και ο Τρωίλος, μαζί με πολλούς άλλους, πολεμούσαν γενναία στη θέση τους και ανάγκαζαν τους εχθρούς να υποχωρούν άσχημα. Όταν ο Παύλος γύρισε και είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη, είπε στον αδελφό του: «Ω, φρίξε ήλιε! Ω, στέναξε γη! Έπεσε η πόλη, κι εμάς μας προσπέρασε η ώρα του εχθρού. Αλλά ας φροντίσουμε, αν είναι δυνατόν, για τη σωτηρία μας.»

Έτσι, οι εχθροί έγιναν κύριοι ολόκληρης της πόλης την τρίτη ημέρα, ώρα τέταρτη και μισή, του έτους 6961 (1453), στις 29 Μαΐου. Τότε άρχισε η αρπαγή και η αιχμαλωσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν σφάζονταν. Σε πολλά σημεία η γη δεν φαινόταν καθόλου από τους νεκρούς. Ήταν φρικτό θέαμα: θρήνοι πολλοί και ποικίλοι, αμέτρητες σκλαβιές, ευγενείς γυναίκες και παρθένες και μοναχές να τις σέρνουν οι Τούρκοι από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες με οδυρμούς. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον ήχο και τον θρήνο των παιδιών, τους ιερούς ναούς λεηλατημένους;

Έβλεπες το θείο Αίμα και Σώμα του Χριστού χυμένο και πεταμένο κάτω, τα ιερά σκεύη να τα αρπάζουν, άλλα να τα σπάνε και άλλα να τα παίρνουν, τις αγίες εικόνες με χρυσό και ασήμι και πολύτιμους λίθους να τις χρησιμοποιούν για κρεβάτια και τραπέζια, και με τα ιερατικά άμφια και τα μεταξωτά χρυσοΰφαντα ρούχα να σκεπάζουν τα άλογα, ενώ άλλοι έτρωγαν πάνω τους. Τα ιερά λείψανα τα πατούσαν. Και άλλα πολλά ανόσια έργα έκαναν οι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.

Ω, Χριστέ Βασιλέα, πόσο ανερμήνευτα και ακατάληπτα είναι τα κρίματά Σου! Και να δεις τον μεγαλειώδη και θειότατο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, τον θρόνο της δόξας του Θεού... μέσα στα άδυτα και πάνω στις αγίες τράπεζες έτρωγαν, έπιναν και διέπρατταν ασελγείς πράξεις με γυναίκες, παρθένες και παιδιά. Ποιος να μη θρηνήσει για σένα, άγιε ναέ;

Παντού υπήρχε κακό. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ολοφυρμοί, στεναγμοί ανδρών, ολολυγμοί γυναικών, σέρσιμο, σκλαβιά, βιασμοί. Οι σεμνοί περιφέρονταν άτιμα, οι πλούσιοι με βία. Οι πλατείες και οι γωνίες ήταν γεμάτες από κάθε κακία. Δεν έμεινε κανένας τόπος ανεξερεύνητος ή άσυλος.
Ω Χριστέ Βασιλέα, ελευθέρωσε από τέτοια θλίψη και στενοχώρια κάθε πόλη και χώρα που κατοικούν Χριστιανοί.

Οι άπιστοι δεν άφησαν κανέναν κήπο ή σπίτι ανέγγιχτο, ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Βρήκαν πάρα πολλά και γέμισαν.

https://www.newsbomb.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.