Header Ads

Header ADS

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΥ (7 Ἀπρ.1790)

Ο νέος Σουλτάνος Σελίμ ΙΙΙ (1789), αποφασισμένος να εξοντώσει τον επικίνδυνο για την Υψηλή Πύλη, ναυμάχο Αντισυνταγματάρχη του Τσαρικού Ναυτικού Λ. Κατσώνη, συγκέντρωσε Ναυτική Δύναμη από πολυάριθμα μεγάλα πολεμικά πλοία και βγήκε από τα Δαρδανέλλια για να συναντήσει το Λάμπρο (1). Είναι σε όλους γνωστό ότι στη ναυμαχία αυτή, που ξεκίνησε στις 6/17 Μαΐου 1790, αντιπαρατάχθηκαν στην αρχή 20 Τουρκικά πλοία απέναντι σε επτά (2) του Λ. Κατσώνη. Το μεσημέρι της 7ης/18ης Μαΐου «…ξεκίνησε η σκληρότερη σε ένταση ναυμαχία, η οποία συνεχιζόταν μέχρι αργά το βράδυ και συνολικά ήταν αρκετά επιτυχής για τους γενναίους Έλληνες…» γράφει ο Ρώσος ιστορικός Γιούρι Πριάχιν. Ξαφνικά όμως, τα ξημερώματα της δεύτερης μέρας εμφανίστηκε στην περιοχή Αλγερινός Στόλος από 11 πολεμικά πλοία (3), που έφτασε για να συνδράμει τον τούρκο Στόλαρχο.

Παραθέτομε άγνωστο κείμενο περιγραφής της ναυμαχίας της Άνδρου από τους άνδρες του Κατσώνη, που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία αυτή. Το ντοκουμέντο ανακάλυψε ο Ελληνιστής επίσης Ρώσος καθηγητής Γκριγκόρι Άρς στο αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (4) διατηρώντας την ορθογραφία : «…Η εδική μας φλοτίλια όπου ήτον σε εννέα κομάτια, ευρισκόμενη όλλο μόναχη ανάμεσα νήσου Άντρο και Κάβο Ντόρο, οκυνηγίθει εις ταίς 6 Μαΐου απερασαμένου από μια φλότα τουρκική 19 καραβιών, αναμεταξύ εις αυτά της λύνεας και φρεγάδαις. Και εις καιρόν του πλέον φρικτού πολαίμου οπού είμαστε εις στιγμήν να κάμομεν μίαν νίκην ενάντια εις μίαν δύναμην τόσον ανώτερην, έφτασαν εφνιδίως άλλα 13 μέγαλα καράβια αλγερινικα όθεν ευρέθειμεν στενοχωριμένοι ανάμεσα εις μιαν φοβεράν φωτηάν εις σε 32 μεγάλα καράβια, οπού πολεμόντας εναντίον εις αυτά δυόμισει ημέρας, μας επέτυχεν να κατασακατέψομεν και να αφανήσομεν με ζημίαν άκραν πολλά από τα καράβια τους πλην έχοντας ύψει η μονιτζιόνε, τεσσάρον εδικόν μας πλέον μεγάλον παρτίδον,…όλα κατασακτεμένα και ανάξια πλέον δια πολαίμου, με όλλον τούτο δια να μην πέσουν εις χείρας του τουρκού, ημείς οι ίδιοι δίδοντάς τους φωτηάν τα εκάμαμενα πετάξουν εις τα αέρα. Και, μένοντας μας μόνον πέντε μικρά μπαστιμέντα, με τα ίδια, ύστερα αγοράζοντας εις ακριβότατην τιμήν το έμα των λαβωματίων μας και την ζωήν ένους μεγάλου αριθμού του εδικόν μας ανδρείον συντρόφον, οπού εχάθεισαν ανδρειομένα με τα άρματα εις το χαίρη εις τούτον τον μνημόνητον πόλαιμον δεδοξασμένον, ετραβίχθειμεν με τον ανδρείον κομαντάντε μας Λάμπρο, θανατιφόρος λαβομένος, εις την νησόν Τσερίγου…».


Στην άνιση μάχη ο Λ. Κατσώνης χάνει την ναυαρχίδα του, την Αθηνά της Άρκτου, «…πέντε συνολικά πλοία του, 620 καλά εκπαιδευμένους και δοκιμασμένους στις μάχες και τις καταδρομές άνδρες του Ρωσικού Ελαφρού Στολίσκου του, από τους οποίους πάνω από 50 αιχμαλωτίστηκαν και σύντομα εκτελέστηκαν ως πειρατές…» γράφει ο Πριάχιν (5). Και συνεχίζει «…Οι απώλειες των τούρκων και των Αλγερινών αποδείχθηκαν πολύ σοβαρότερες. Περιλάμβαναν 3000 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Πολλά σκάφη τους με σοβαρές ζημιές αναγκάστηκαν να ρυμουλκηθούν…και μερικά από αυτά βούλιαξαν κατά τη ρυμούλκηση…τα υπόλοιπα γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη , όπου με πάταγο και κανονιοβολισμούς γιόρτασαν τη νίκη κρεμώντας τους Λαμπρινούς, τους συντρόφους του Κατσώνη, από τα κατάρτια τους μπροστά στη ρωσική σημαία…» (6). Δεν σταμάτησαν όμως μόνον εδώ οι τούρκοι, αμέσως εκδικητικά κατέστρεψαν ό, τι βρήκαν στη Τζιά, που αποτελούσε τη ναυτική βάση του Κατσώνη. Κρέμασαν τον Ανδριώτη αρχιερέα, που πάντρεψε τον Κατσώνη με τη Μαρία Σοφιανού, την κόρη του προεστού της Τζιάς Πέτρου Σοφιανού.
Μετά τη ναυμαχία, ο Ρώσος Ανώτατος Διοικητής στρατάρχης Ποτέμκιν αξιολόγησε ψύχραιμα και αισιόδοξα την ήττα του Στολίσκου, βεβαιώνοντας σε αναφορά του προς την Αικατερίνη ΙΙ, ότι «…παρά την βαριά ήττα, αξιολόγησε πολύ θετικά τις Επιχειρήσεις που ενήργησε ο Κατσώνης ως Διοικητής του Στολίσκου. Υπογράμμισε το θάρρος και την πίστη του στο στρατιωτικό καθήκον, την ετοιμότητά του να συνεχίσει τον αγώνα κατά του εχθρού,…το μίσος προς τον Τούρκο κατακτητή και τους συνενόχους του ανάμεσα στον τοπικό πληθυσμό….» (7) και πρότεινε την προαγωγή του Κατσώνη.
Ο Λάμπρος Κατσώνης θεωρήθηκε ουσιαστικά από τους προϊσταμένους του νικητής και στις 29 Ιουλίου 1790 έγινε Συνταγματάρχης. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου του απονεμήθηκε το υψηλό στρατιωτικό Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Γεωργίου Δ’ Τάξεως. Έτσι έγινε και Ιππότης.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Γ. Πριάχιν Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ στην ιστορία της Ελλάδας και Ρωσίας, Ρωσική έκδοση Αγ. Πετρούπολη 2004, ελληνική έκδοση με Επιμέλεια-Συμπλήρωμα Π. Στάμου, Αθήνα 2005, σελ.72.
(2) Κατά Πριάχιν, σύμφωνα με τα Ρωσικά Κρατικά Ιστορικά Αρχεία (ΡΚΙΑ), βιβλίο ό.π. σελ. 72, εννέα κατά Μαγιάκο στην αρχή, αλλά δύο απομακρυνθέντων και μη έχοντας ευνοϊκό άνεμο για να επιστρέψουν, έμειναν επτά στη ναυμαχία, βλ. Μαγιάκος ό.π., σελ. 83.
(3) Κατά Μαγιάκο, 12 ήσαν τα Αλγερινά πολεμικά. Επίσης, ο Μαγιάκος υποστηρίζει ότι ο Αλγερινός Στόλος έσπευσε στην περιοχή, ειδοποιημένος από τον Σπετσιώτη Αναργύρου του Παύλου, ξάδελφο του Γιάννη Αναργύρου, αξιωματικού του Κατσώνη, για λόγους εκδικήσεως άλλου μέλους του πληρώματος Κατσώνη, του Αναστάσιου Μπούφη. Ο καταδότης μετά από αυτή την εκδούλευση έγινε Μπέης Σπετσών. Βλ. Μαγιάκο, σελ. 84. επίσης Γούδα Βίοι παράλληλοι, Τομ. Β’, σελ. 317 και Ορλάνδου Τα ναυτικά, Τομ. Α’, σελ. 30.
(4) AVPRI, F. Snosenija Rossii s Greciej. Op. 52/2. 1790, d. 738, l.5. Επίσης, βλ. ανακοίνωση Δρ. Γκριγκόρι Άρς, της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών της Μόσχας στο συνέδριο Λιβαδειάς-Νοέμβριος 2004- με θέμα «Άγνωστες πηγές για τον Λάμπρο Κατσώνη , την εκστρατεία του και τους οπαδούς του», σελ.6.
(5) Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Πολ. Ναυτ. Στόλου (ΡΚΑ ΠΝΣ), τομ. 315, καταγραφή 1, φακ. 1912 και βιβλίο Πριάχιν, ελληνική έκδοση, σελ.73.
(6) Ίδια σελ. και 74, ό.π. στο βιβλίο Πριάχιν.
(7) Βιβλίο Πριάχιν, στα ελληνικά, σελ.75.

Γιά περισσότερες πληροφορίες…ΕΔΩ

______________________________________________

του Παντελή Καρύκα

Ο Λάμπρος Κατσώνης στάλθηκε στο Αιγαίο από τους Ρώσους, εν είδει αντιπερισπασμού, κατά τη διάρκεια του πολέμου τους κατά των Τούρκων. Ο Λάμπρος, παρά την μηδαμινή ενίσχυση που του παρείχαν οι Ρώσοι, έδρασε εκπληκτικά και κατάφερε να δημιουργήσει, στην κυριολεξία, έναν στόλο, με τα τουρκικά πλοία που κυρίευσε.
Στις 6 Μαΐου 1790 ο Κατσώνης ενημερώθηκε για την προσέγγιση ισχυρού τουρκικού στόλου. Αμέσως άφησε το αγκυροβόλιο του και έσπευσε προς συνάντηση του, επικεφαλής εννέα μόλις πλοίων, με πλοιάρχους τους Ζυγούρη, Αλεξόπουλο, Κασίμη, Μπουρνοζάκη, Αναργύρου, Νικηφοράκη, Καρακατσάνη, Παταράκη και Κατσώνη. Η ναυμαχία άρχισε το μεσημέρι της 7ης Μαΐου και ύστερα από τρείς περίπου ώρες οι Έλληνες είχαν καταφέρει να τρέψουν και πάλι τους Τούρκους σε φυγή. Μόνο η νύκτα έσωσε τους εχθρούς από πλήρη καταστροφή.
Την επομένη όμως οι Έλληνες είδαν με έκπληξη πως πέραν των Τούρκων είχε εμφανιστεί και ένας αλγερινός στόλος 12 πολεμικών. Ενισχυμένος ο Τούρκος ναύαρχος επανέλαβε την επίθεση. Και πάλι όμως τα εύστοχα πυρά των Ελλήνων τους κράτησαν μακριά. Τότε οι εχθροί αποφάσισαν να καταλάβουν τα ελληνικά σκάφη δια εμβολής. Η τουρκική ναυαρχίδα, ένα δίκροτο 74 πυροβόλων, με πλήρωμα 800 ανδρών, επιτέθηκε στο πρώτο ελληνικό πλοίο, τον «Αχιλλέα» του Ζυγούρη. Αποκρούστηκε όμως και κατόπιν, με τη βοήθεια και πέντε αλγερινών πλοίων προσέβαλε το μικρότερο ελληνικό πλοίο, το «Μαρία» του καπετάν Κασίμη.

Κατόπιν φρικτής μάχης το «Μαρία» κατελήφθη. Από τους 150 άνδρες του πληρώματος οι 137 σκοτώθηκαν πολεμώντας και οι 13, βαριά τραυματισμένοι έπεσαν στα χέρια του εχθρού. Την ίδια ώρα ένα μεγάλο αλγερινό σεμπέκι των 36 πυροβόλων, με πλήρωμα 600 ανδρών κινήθηκε κατά της ναυαρχίδα του Κατσώνη «Αθηνάς της Άρκτου». Ο Κατσώνης το περίμενε. Αφού πρώτα ασπάστηκε το σπαθί του και το έριξε στη θάλασσα, διέταξε τους άνδρες του να απλώσουν λίπος στο κατάστρωμα της «Αθηνάς». Κατόπιν περίμενε με αγωνία το ρεσάλτο των Αλγερινών.

Το σεμπέκι πλησίασε και σε λίγο εκατοντάδες Αλγερινοί είχαν πηδήξει στο κατάστρωμα του ελληνικού πλοίου. Δεν μπορούσαν όμως να πολεμήσουν, καθώς γλιστρούσαν στο λίπος και έπεφταν κάτω, μόνο και μόνο για να σφαγούν από τους ακαταπόνητους «Λαμπρινούς». Από τους 600 Αλγερινούς, μόνο 30 επέζησαν !

Η μάχη ήταν όμως άνιση. Σύντομα και το πλοίο του Αλεξόπουλου βρισκόταν ουσιαστικά εκτός μάχης, με μόλις 10 επιζώντες ναύτες και τον πλοίαρχο επί του καταστρώματος. Για να αποφύγει μάλιστα την κατάληψη του πλοίου του ο Αλεξόπουλος προτίμησε να το ρίξει στα βράχια της Άνδρου. Εκεί διέταξε τους ναύτες του να βγουν στην ξηρά, ενώ ο ίδιος έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και τινάχτηκε στον αέρα μαζί με το πλοίο του. Αλλά και ο Κρητικός πλοίαρχος Νικηφοράκης, για να αποφύγει τη σίγουρη αιχμαλωσία, έριξε επίσης το πλοίο του στα βράχια και διεσώθη με 94 άνδρες του και τη σημαία του πλοίου. Σιγά-σιγά, ένα προς ένα τα ελληνικά πλοία τίθεντο εκτός μάχης. Ο «Αχιλλέας» του Ζυγούρη κατόρθωσε να διαφύγει από τον τόπο της καταστροφής, ένα επιπλέων φέρετρο. Μόλο το πλοίο του Παταράκη κατάφερε να γλιτώσει σχετικά αλώβητο.

Τώρα πια η «Αθηνά» είχε απομείνει μόνη απέναντι στους δύο εχθρικούς στόλους. Το πλοίο όμως δεν είχε ελπίδα. Διάτρητο από τις εχθρικές οβίδες έκανε από παντού νερά, ενώ από τους 310 άνδρες του πληρώματος του μόλις 60 – οι 17 τραυματίες –είχαν επιζήσει. Τελικά οι επιζώντες της «Αθηνάς» και του «Αχιλλέα» περισυλλέγησαν από το πλοίο του Παταράκη. Τα δε ημιθανή πλοία αυτοβυθίστηκαν, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών. Αυτή ήταν η περίφημη ναυμαχία της Άνδρου. Οι Έλληνες έχασαν πέντε πλοία, 565 νεκρούς και 53 αιχμαλώτους, οι οποίοι εκτελέστηκαν. Οι Οθωμανοί όμως θρήνησαν πάνω από 3.000 νεκρούς.

Οι επιζώντες, μαζί με τους άνδρες του Ανδρούτσου κατέφυγαν αρχικά στη Μήλο και κατόπιν στα Κύθηρα.

Ο Κατσώνης συνέχισε τον αγώνα, μόνο και μόνο για να εγκαταλειφθεί, για μια ακόμα φορά από τους Ρώσους, αποδεικνύοντας, έμπρακτα την περίφημη ρήση του Κολοκοτρώνη, ότι «μόνο ελληνικό σπαθί θα λευτερώσει την Ελλάδα».

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.