Header Ads

Header ADS

Οι δημοσιογράφοι να ελέγχουν την εξουσία ή η εξουσία να ελέγχει τους δημοσιογράφους;



Οι δημοσιογράφοι να ελέγχουν την εξουσία ή η εξουσία να ελέγχει τους δημοσιογράφους;

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ Π.ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ

Στο άρθρο μου αυτό θα ασχοληθώ συνοπτικά με φαινόμενα διαφθοράς και διάλυσης της δημοκρατίας μέσα από τον ρόλο της δημοσιογραφίας. Της τέταρτης, λεγόμενης εξουσίας. Που στις μέρες μας τείνει να γίνει πρώτη.
Μέσα στην γνήσια και ανόθευτη δημοκρατία, ο δημοσιογράφος έχει έναν δύσκολο αλλά θεμελιώδη ρόλο: Έχει το ρόλο του ανεξάρτητου και αδέσμευτου εξωτερικού ελεγκτή της ορθής λειτουργίας της. Και για να την ελέγχει σωστά και εποικοδομητικά και δίκαια, οφείλει να ελέγχει με τον ίδιο τρόπο, χωρίς φόβο και πάθος, και τους τρεις πυλώνες που εδραιώνουν την δημοκρατία. Την Νομοθετική, την Εκτελεστική και την Δικαστική εξουσία. Χωρίς περιστροφές, οφείλει να ελέγχει την Βουλή και τους βουλευτές, την Κυβέρνηση και τους υπουργούς, τα Δικαστήρια και τους δικαστές, αλλά και τον ανώτατο άρχοντα ακόμη, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ασφαλώς και τους επί μέρους μικρότερος πυλώνες, όπως η αυτοδιοίκηση, ο στρατός, η εκκλησία, οι ανεξάρτητες αρχές, οι δημόσιοι οργανισμοί και ιδίως οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι πιο επικίνδυνοι να γίνουν επίορκοι, από όλους. Οφείλει να ρωτά εκεί που οι άλλοι σιωπούν. Να ψάχνει εκεί που κάποιοι θα ήθελαν να μη ψάξει κανείς. Να αποκαλύπτει εκεί όπου υπάρχει προσπάθεια συγκάλυψης. Να ανησυχεί και όταν όλοι οι άλλοι εφησυχάζουν. Κατ’ ουσίαν να είναι το μάτι και το δόντι του λαού, έναντι των δια της ψήφου του εντολοδόχων του , για να διαχειριστούν και να διακυβερνήσουν έντιμα τη ζωή του. Προϋπόθεση για τον ορθό ρόλο του δημοσιογράφου; Η λεγόμενη ελευθεροτυπία. Η απόλυτη δηλαδή ελευθερία του στην έκφραση της γνώμης του και στην πληροφόρηση γενικά, αλλά και η απόλυτη ευθύνη, και ποινική ακόμα, εάν θα κάνει κατάχρηση αυτής της εξουσίας που έχει και διαδίδει ψέματα και συκοφαντίες. Πολύ πιο βαριά, ως μη εκλεγμένος και ως μη έχων αυτός το άλλοθι της ψήφου του λαού.

Τί όμως συμβαίνει όταν δεν ελέγχει ο δημοσιογράφος την εξουσία, αλλά γίνεται το αντίστροφο και η εξουσία ελέγχει απόλυτα ή και μερικώς ακόμη, τη δημοσιογραφία; Τότε δεν αλλοιώνεται μόνο η ενημέρωση. Αλλοιώνεται η ίδια η δημοκρατία. Χειραγώγηση της δημοσιογραφίας, συνεπάγεται χειραγώγηση του λαού. Γιατί ο πολίτης μπορεί να ψηφίζει ελεύθερα μόνο όταν γνωρίζει ελεύθερα. Γιατί όταν η ψήφος είναι κατευθυνόμενη, τότε η δημοκρατία είναι νοθευμένη. Γιατί όταν εξαγοράζεται ο ελεύθερος λόγος και ξεπουλιέται το όργανο πληροφόρησης, η δημοκρατία αρχίζει να συγγενεύει με τον φασισμό. Πραγματικά, η δημοσιογραφία δεν χρειάζεται να είναι αλάνθαστη. Χρειάζεται όμως απαρέγκλιτα να είναι ανεξάρτητη. Και η ανεξαρτησία της δεν κρίνεται από τα μεγάλα λόγια περί ελευθεροτυπίας, αλλά από το αν ένας δημοσιογράφος μπορεί να ερευνήσει έναν ισχυρό άνθρωπο χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει πολλά, όπως τη δουλειά του, την πρόσβαση στην εξουσία, τη χρηματοδότηση του μέσου του ή την επαγγελματική του θέση ή να φοβάται και για την ζωή του ακόμη, όταν εμπλέκονται οι μαφίες με την ελεγχόμενη εξουσία και με τους δημόσιους λειτουργούς. Βλέπε δολοφονία Γιώργου Καραϊβάζ και άλλες.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η σχέση εξουσίας και ενημέρωσης μετατρέπεται σε σχέση αμοιβαίων εξυπηρετήσεων. Όταν υπάρξει συναλλαγή μεταξύ των δύο και τα ανταλλάγματα είναι βαρύτιμα. Το κύκλωμα του εγκλήματος εύκολα εξαγοράζει συνειδήσεις και οι εξαγορασμένες συνειδήσεις εύκολα παράγουν ή συγκαλύπτουν έγκλημα. Και ποιος είναι το θύμα και σε αυτή την περίπτωση. Μα ο φορέας των φόρων, ο λαός και πάλι, βεβαίως.

Η εξουσία χρειάζεται δημοσιότητα. Τα μέσα χρειάζονται πρόσβαση, χρήματα και επιρροή.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο ανάγκες μπορεί να χαθεί η εντιμότητα και να κατακρεουργηθεί η αλήθεια. Τότε ο δημοσιογράφος δεν είναι πλέον ο ελεγκτής της εξουσίας αλλά ο διαμεσολαβητής της. Είναι ο διαχειριστής της ανεντιμότητας και ο καραγωγέας της παρασκηνιακής αθλιότητας. Δεν ενημερώνει τον πολίτη για όσα συμβαίνουν, αλλά επιλέγει για λογαριασμό του ποια εικονική πραγματικότητα και ποιο ψέμα θα φτάσει μέχρι αυτόν. Δεν φανερώνει, αλλά αποκρύπτει την αλήθεια και το χειρότερο, δημιουργεί και διαδίδει και κάνει πιστευτή την στρεβλή εικόνα που η εξουσία θέλει να δείξει και να πείσει με αυτήν τον λαό. Τότε, ο εξαγορασμένος έμπορος του λόγου, γίνεται ένας από τους βασικούς εκμαυλιστές του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι τα fake news, που είναι καταστροφικά, γεννιούνται κυρίως στο διαδίκτυο, από ανώνυμους χρήστες, άσχετους με τη δημοσιογραφία, ανθρώπους που γράφουν ό,τι τους κατέβει στο μυαλό. Είναι όμως αυτή ολόκληρη η αλήθεια; Τα μεγαλύτερα και πιο επικίνδυνα ψεύδη δεν χρειάζεται πάντοτε να ξεκινούν από κάποιον άγνωστο στο διαδίκτυο. Άλλωστε μόνο τότε μπορούν να αποκτήσουν τεράστια δύναμη , όταν δηλαδή παράγονται, αναπαράγονται, υιοθετούνται ή διογκώνονται από επίσημα μέσα ενημέρωσης και επαγγελματίες δημοσιογράφους. Διότι άλλο είναι μια ανώνυμη ανάρτηση, την οποία κανείς δεν γνωρίζει και άλλο ένα ψέμα που εμφανίζεται ως «είδηση», μεταδίδεται από τηλεοπτικό σταθμό, δημοσιεύεται σε μεγάλη εφημερίδα ή παρουσιάζεται από έναν αναγνωρίσιμο δημοσιογράφο. Τότε το ψέμα αποκτά κύρος, πολλαπλασιάζεται και μπορεί να μετατραπεί μέσα στη συνείδηση του πολίτη σε «γεγονός». Το επικίνδυνο fake news, λοιπόν, δεν είναι απλώς αυτό που είναι ψευδές· είναι εκείνο που ντύνεται με την αυθεντία της ενημέρωσης. Και όταν ένα ψέμα περνά από την ανώνυμη φήμη στην επίσημη δημοσιογραφική αίθουσα, η ευθύνη δεν είναι πλέον μόνο εκείνου που το επινόησε, αλλά και εκείνων που του έδωσαν δημόσιο κύρος. Γι' αυτό η δημοκρατία οφείλει να φοβάται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, το δημοσιογραφικό ψέμα . Επειδή , κυρίως η δημοσιογραφία, διαθέτει τα μέσα για να κάνει το ψέμα πιστευτό. Σ’ αυτήν άλλωστε θεμελίωσαν την προπαγάνδα τους και όλα τα δικτατορικά καθεστώτα, δεξιά και αριστερά.

Και εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη δημοκρατία. Δεν χρειάζεται να απαγορευτεί η ελευθερία του Τύπου για να καταστραφεί η ελευθεροτυπία και να ξεσηκωθεί ο κόσμος. Αντίθετα από τους δικτάτορες, χρησιμοποιεί ήπια και ύπουλα μέσα για να επιτύχει τον ίδιο σκοπό που επιδίωκαν και οι δικτάτορες, δηλαδή να φιμώσει κατ’ αρχήν και να χειραγωγήσει στην συνέχεια , τον τύπο . Στην δημοκρατία δεν χρειάζεται βαναυσότητα. Με το γάντι και με το χρήμα ελέγχει και κατευθύνει την κάθε υπολογίσιμη από το λαό , δημοσιογραφική φωνή. Αρκεί να εξαρτηθεί η ενημέρωση από εκείνους που έχουν συμφέρον να ελέγχουν την ενημέρωση. Και ποιοι είναι αυτοί; Δείτε ποιοι κατέχουν σήμερα τα μέσα στην Ελλάδα (εφημερίδες, τηλεόραση, ιντερνετική δημοσιογραφία) και θα καταλάβετε τι είδους δημοκρατία έχουμε και ποιος ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις. Όχι ο λαός βέβαια, που στα πλαίσια της μαζικής, κοινωνικής βλακείας, της τρισχειρότερης από την ατομική, ακολουθεί κατά γράμμα τις υποδείξεις των εξαγορασμένων και δια της ψήφου του εκλέγει του εκλεχτούς της διαφθοράς. Που βρίσκονται απλωμένοι όχι μόνο σε ένα κόμμα. Σε κάθε κόμμα υπάρχουν οι πρόθυμοι εκλόγιμοι. Και σχεδόν κάθε ΜΜΕ και κάθε δημοσιογράφος εύκολα μπορεί να γίνει ξεπουλημένος. Λεφτά υπάρχουν , άλλωστε.

Ο πλούτος και στην πιο ήπια μορφή του, αποτελεί τύραννο για το λαό. Και εκτελεστής-δήμιος , στο σβέρκο του λαού, είναι ο εξαγορασμένος από τον πλούτο δημοσιογράφος.
Η δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους του τύπου, που να μπορούν να ελέγχουν την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, τους επιχειρηματίες, τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και —κυρίως— τον ίδιο τους τον εαυτό. Γιατί υπάρχει και μια άλλη μορφή διαφθοράς, πιο δύσκολη να εντοπιστεί. Όχι εκείνη που αγοράζει έναν δημοσιογράφο με χρήματα, αλλά εκείνη που τον κάνει να συνηθίζει την εξουσία τόσο πολύ, ώστε κάποια στιγμή να παύει να την αμφισβητεί και να ενσωματώνεται με αυτήν. Όταν η δημοσιογραφία γίνεται ένα με τη διαφθορά, τότε η διαφθορά κανονικοποιείται κατ’ αρχήν και στη συνέχεια καλύπτεται και με Νόμους.
Στο τέλος, το ζήτημα δεν είναι ποιος ελέγχει ποιον. Είναι ποιος υπηρετεί ποιον. Η εξουσία οφείλει να υπηρετεί τον πολίτη και η δημοσιογραφία οφείλει να υπηρετεί την αλήθεια.

Όταν όμως η δημοσιογραφία αρχίζει να υπηρετεί την εξουσία και η εξουσία να χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφία για να διαμορφώνει την πραγματικότητα όπως της αρέσει, τότε ανάμεσα στον πολίτη και στην αλήθεια υψώνεται ένα επικίνδυνο και απροσπέλαστο τείχος. Και τότε η δημοκρατία μπορεί να συνεχίζει να έχει εκλογές, κοινοβούλια, κόμματα και εφημερίδες, αλλά να χάνει σιγά-σιγά την ουσία της. Γιατί η δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο όταν φιμώνονται οι δημοσιογράφοι. Μπορεί να αρχίσει να πεθαίνει και όταν εργαλειοποιούνται προς παραγωγή του ψεύδους και όταν πληρώνονται αδρά για να πάψουν να ρωτούν, να ερευνούν και να αμφισβητούν. Πολύ πιο επικίνδυνοι γίνονται όταν ρωτούν όσα τους υποβάλλουν και απαντούν με όσα τους επιβάλλουν. Ένα τέτοιο μόρφωμα, που μοιάζει με δημοκρατία, μπορεί να είναι λιγότερο επικίνδυνο από τον ολοκληρωτισμό, αλλά εξίσου πρόστυχο , ως προς τα δίκαια του λαού και την καταπάτησή τους.

Η πραγματική δημοσιογραφία , λοιπόν, δεν είναι αυτή που βρίσκεται κοντά στην εξουσία. Είναι αυτή που μπορεί να βρίσκεται απέναντί της , όχι εκ συστήματος, αλλά εξ ανάγκης για την ορθή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό τεστ μιας δημοκρατίας. Όχι αν επιτρέπεται στους δημοσιογράφους να μιλούν, αλλά αν μπορούν πραγματικά να ελέγχουν αυτούς που κυβερνούν. Γιατί όταν η δημοσιογραφία ελέγχει την εξουσία, η δημοκρατία αποκτά έναν φύλακα. Όταν όμως η εξουσία ελέγχει τη δημοσιογραφία, ο πολίτης μπορεί να συνεχίζει να βλέπει εφημερίδες, τηλεοράσεις, ιστοσελίδες και δημοσιογράφους — αλλά μπορεί να έχει χάσει, χωρίς να το αντιληφθεί, το σημαντικότερο. Το δικαίωμά του να γνωρίζει. Ή , ακόμα χειρότερα, να έχει υποστεί τον οδυνηρότερο βιασμό. Να γνωρίζει και να αποδέχεται ως αληθινά, όσα οι δυνάστες του χρειάζονται για να τον καταδυναστεύουν. Βιασμός της σκέψης και της βούλησης των ανθρώπων, κατά πολύ βαρύτερος και αισχρότερος από τον σωματικό. Ναι, ναι και εντός των κατ’ επίφαση δημοκρατικών πολιτευμάτων συμβαίνουν αυτά. Σε όλη την Ευρώπη και αλλού πολλά.
Ο ελεύθερος δημοσιογράφος δεν είναι εχθρός της εξουσίας. Είναι ο απαραίτητος αντίπαλός της όταν η εξουσία ξεπερνά τα όριά της. Και ο πολίτης δεν χρειάζεται δημοσιογράφους που να του λένε τι να πιστέψει. Χρειάζεται δημοσιογράφους που να του δίνουν αρκετή αλήθεια ώστε να μπορεί να κρίνει μόνος του. Ίσως, τελικά, εκεί να βρίσκεται και η τελευταία άμυνα της δημοκρατίας. Στην ελευθερία του δημοσιογράφου να λέει την αλήθεια και στην ελευθερία του πολίτη να την αναζητά. Γιατί όταν χαθεί η αλήθεια από τη δημόσια ζωή, η ψήφος παραμένει — αλλά κινδυνεύει να γίνει μια φαιδρή πυγολαμπίδα μέσα στο πυκνό σκοτάδι της ψευδοδημοκρατίας, που μοιάζει, αν την καλοπροσέξεις, με αδερφή του κάθε μορφής ολοκληρωτισμού.
Αλλά πόσοι δημοσιογράφοι σήμερα υπηρετούν την Αρετή και πόση την Κακία; Είναι εύκολο νομίζω να το καταλάβει και ένας μη ευφυής.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.