Header Ads

Header ADS

π. Μιχαήλ Ψαρομμάτης:Οδοιπορικό Μνήμης και Πίστης: Από το Τσιρίγο στην Αυστραλία με τη Χάρη της Μυρτιδιώτισσας



Οδοιπορικό Μνήμης και Πίστης: Από το Τσιρίγο στην Αυστραλία με τη Χάρη της Μυρτιδιώτισσας

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα δεν είναι απλώς η προστάτιδα των Κυθήρων. Για τους Τσιριγώτες της διασποράς αποτελεί τον αόρατο ομφάλιο λώρο που τους κρατά άρρηκτα δεμένους με τη γενέθλια γη, την ιστορία και τις ρίζες τους. Στο εξομολογητικό κείμενο που ακολουθεί, ο π. Μιχαήλ Ψαρομμάτης μάς παραδίδει ένα βαθιά συγκινητικό χρονικό, γεφυρώνοντας δύο κόσμους: την Αδελαΐδα της Αυστραλίας και τα Φράτσια των Κυθήρων.

Με αφορμή ένα προσκύνημα στο μοναστήρι των Μυρτιδίων το 1995, πλάι στον πατέρα του, π. Σταύρο Ψαρομμάτη, ο συγγραφέας ξετυλίγει το νήμα της οικογενειακής του μνήμης. Μέσα από τις βιωματικές του αφηγήσεις αναβιώνει η σκληρή βιοπάλη της ελληνικής υπαίθρου των περασμένων δεκαετιών, ο καθημερινός μόχθος στα χωράφια, τα εισιτήρια της ξενιτιάς, αλλά και το ανελέητο τίμημα της θάλασσας που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην οικογένειά του.

Περισσότερο από ένα ιστορικό ή θρησκευτικό αφήγημα, πρόκειται για έναν ύμνο στην ανθεκτικότητα του ανθρώπου και στην παρηγορητική δύναμη της πίστης. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία για το πώς η ευλάβεια μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά ως το πολυτιμότερο κειμήλιο, αποδεικνύοντας πως η μητρική αγκαλιά της Παναγίας χωράει τον πόνο, τις αγωνίες και τις ελπίδες των ξεριζωμένων, σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν βρίσκονται.

____________________________________________________

Παναγία Μυρτιδιώτισσα

Η Προστάτιδά μας

Στις 24 Σεπτεμβρίου, οι Κυθήριοι σε όλο τον κόσμο γιορτάζουν την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα. Το όνομά της θυμίζει την εύρεση της αγίας εικόνας της μέσα στις μυρτιές των Κυθήρων, του Τσιρίγου, όπως είναι επίσης γνωστό το νησί. Γενιές ολόκληρες ζητούσαν τις πρεσβείες της στην αρρώστια και στον κίνδυνο κι επέστρεφαν για να την ευχαριστήσουν για τη βοήθειά της. Αυτή η ευλάβεια παραμένει ζωντανή στους ανθρώπους του νησιού και στους απογόνους τους, όπου κι αν έχουν εγκατασταθεί.

Η οικογένειά μας έχει βαθιά ευλάβεια στην Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα. Στο σπίτι του πατέρα μου, η εικόνα της είναι η τελευταία που βλέπω και προσκυνώ πριν φύγω και η πρώτη μόλις μπω. Έτσι το θυμάμαι από παιδί. Την ίδια θέση έχει η Παναγία σε πολλά τσιριγώτικα σπίτια, όπου τα παιδιά μεγαλώνουν ακούγοντας το όνομά της και μαθαίνοντας να ζητούν τη βοήθειά της.

Ήμουν δέκα χρονών όταν ο πατέρας μου, ο π. Σταύρος Ψαρομμάτης, με πήγε για πρώτη φορά στα Μυρτίδια, το 1995. Είχα γεννηθεί στην Αδελαΐδα και τώρα βρισκόμουν στο μοναστήρι όπου είχαν προσευχηθεί πριν από μένα ο πατέρας και η γιαγιά μου. Θυμάμαι πόσο με είχαν εντυπωσιάσει τα παγώνια που περπατούσαν στην αυλή. Κοιτούσα τον βαθύ μπλε λαιμό τους και τα μακριά φτερά τους, με τις πράσινες και χάλκινες αποχρώσεις και τα παράξενα σχέδια που έμοιαζαν με μάτια. Περιφέρονταν ανάμεσα στα κτίρια του μοναστηριού σαν να ήταν το σπίτι τους.

Μπήκαμε στον ναό και προσκυνήσαμε την αγία εικόνα. Ύστερα καθίσαμε σε ένα παγκάκι της αυλής και ο πατέρας μου άρχισε να μου μιλά για τη Μυρτιδιώτισσα και για το νησί όπου είχε μεγαλώσει. Τις διηγήσεις για την εικόνα και τα θαύματά της τις γνώριζε από παιδί. Καθισμένοι εκεί, στα Μυρτίδια, τον άκουγα να μου μιλά και για τους ανθρώπους που τον είχαν μεγαλώσει, για τις δυσκολίες που είχαν περάσει και για το πώς κατέφευγαν στην Παναγία.

Μου διηγήθηκε πως, σύμφωνα με την παράδοση, ένας βοσκός βρήκε την αγία εικόνα μέσα στις μυρτιές και την πήρε στο σπίτι του. Η εικόνα όμως επέστρεφε στον τόπο όπου είχε βρεθεί. Καθώς αυτό επαναλαμβανόταν, ο βοσκός κατάλαβε πως η Παναγία ήθελε να παραμείνει εκεί. Στο σημείο εκείνο χτίστηκε ένα μικρό εκκλησάκι. Το όνομα Μυρτιδιώτισσα κρατά ζωντανή τη μνήμη αυτής της εύρεσης.

Ο παλαιός ναός σώζεται μέσα σε μια κοιλότητα του βράχου, στον τόπο όπου, κατά την παράδοση, βρέθηκε η εικόνα. Από πάνω του υψώνεται η τρίκλιτη βασιλική του 19ου αιώνα, που ανεγέρθηκε επί ηγουμενίας Αγαθαγγέλου Καλλίγερου. Το μαρμάρινο τέμπλο της φιλοτεχνήθηκε το 1856 από Τηνιακούς τεχνίτες. Το πέτρινο καμπαναριό, ύψους είκοσι έξι μέτρων, διακοσμήθηκε το 1888 από τον Κυθήριο καλλιτέχνη Νικόλαο Φατσέα. Στην επένδυση της εικόνας, που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Σπιθάκης το 1837, απεικονίζεται και η εύρεσή της.

Οι παραδόσεις του νησιού μιλούν επίσης για την προστασία της Παναγίας όταν πειρατές απείλησαν το μοναστήρι. Ο πατέρας μου μού αφηγήθηκε τότε την παράδοση για τα πειρατικά καράβια που πέτρωσαν και έμειναν σαν βράχοι μέσα στη θάλασσα. Μου μίλησε ακόμη για έναν νέο που θεραπεύτηκε όταν πέρασαν την εικόνα από πάνω του. Τέτοιες διηγήσεις περνούσαν από γενιά σε γενιά, μαζί με τις μαρτυρίες των ίδιων των οικογενειών για τη βοήθεια της Παναγίας.

Η απειλή των πειρατών ήταν και ο λόγος που η εικόνα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στο κάστρο της Χώρας. Εκεί φυλασσόταν για περίπου δύο αιώνες, ώσπου επέστρεψε στα Μυρτίδια το 1842.

Με αυτή την ιστορία συνδέεται και η ετήσια περιφορά της εικόνας, γνωστή στο νησί ως «Γύρα». Την Κυριακή της Ορθοδοξίας η εικόνα μεταφέρεται στη Χώρα, όπου παραμένει μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας της Διακαινησίμου. Τότε αρχίζει η δεκαπενθήμερη περιοδεία της στα χωριά του νησιού, που ολοκληρώνεται την Κυριακή των Μυροφόρων με την επιστροφή της στα Μυρτίδια. Μέσα στην αναστάσιμη χαρά, οι κάτοικοι υποδέχονται την εικόνα στον τόπο τους και συγκεντρώνονται για να τιμήσουν τη Μητέρα του Θεού.

Η γιορτή του Σεπτεμβρίου συνδέεται και με τη θεραπεία του Θεοδώρου Κουμπριανού, ενός παράλυτου ανθρώπου που για χρόνια προσευχόταν και έστελνε προσφορές στο προσκύνημα. Σύμφωνα με τη διήγηση, κάποτε οι δικοί του τον μετέφεραν εκεί για την αγρυπνία. Όταν ακούστηκε θόρυβος από τη θάλασσα και ο κόσμος άρχισε να φεύγει, φοβούμενος επιδρομή πειρατών, εκείνος έμεινε πίσω, ανήμπορος να κινηθεί. Καθώς προσευχόταν, άκουσε μια φωνή που του έλεγε να σηκωθεί. Στάθηκε στα πόδια του και ακολούθησε την οικογένειά του θεραπευμένος.

Η Εκκλησία μνημονεύει αυτή τη θεραπεία μαζί με τις τόσες άλλες ευεργεσίες που δέχθηκαν οι πιστοί με τις πρεσβείες της Μυρτιδιώτισσας. Όσοι προσέρχονται στην εικόνα της φέρνουν μαζί τους τις έγνοιες του σπιτιού τους, την αγωνία για τα παιδιά τους και τον πόνο των ανθρώπων που αγαπούν. Στην πανήγυρη, οι δεήσεις και οι ευχαριστίες ολόκληρου του χρόνου γίνονται κοινή προσευχή.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, οι προσκυνητές συνήθιζαν να μένουν στα κελιά των Μυρτιδίων, στη βόρεια και στη νότια πλευρά του μεγάλου ναού. Εκεί νήστευαν, προσεύχονταν και προετοιμάζονταν μαζί για τη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Τα Μυρτίδια είναι δεμένα με όλη την εκκλησιαστική ζωή των Κυθήρων. Η προσευχή μοιάζει να αγκαλιάζει το νησί από παντού: η Αγία Μόνη στα ανατολικά, τα Μυρτίδια στα δυτικά, ο Άγιος Θεόδωρος στα βόρεια και η Αγία Ελέσα στα νότια. Στους τόπους αυτούς προσκυνούν οι κάτοικοι, αλλά και οι οικογένειες που επιστρέφουν από το εξωτερικό. Στις επόμενες επισκέψεις μου στο Τσιρίγο, αξιώθηκα κι εγώ να προσευχηθώ πολλές φορές σε αυτά τα αγιασμένα προσκυνήματα.

Θυμάμαι ακόμη τον πατέρα μου να μου λέει εκείνη την ημέρα πως μετέφερε καρπούζια και ντομάτες στο Διακόφτι για το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Μου μίλησε και για τους προσκυνητές που έμεναν στα κελιά του μοναστηριού τον Δεκαπενταύγουστο. Πίσω από κάθε πανηγύρι υπήρχε ο κόπος εκείνων που έφερναν τρόφιμα και προμήθειες και φρόντιζαν για τη φιλοξενία του κόσμου. Έτσι, μέσα από απλές καθημερινές δουλειές, οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή των μοναστηριών.

Η ευλάβεια αυτή είναι δεμένη με την πίστη της Εκκλησίας για τη Μητέρα του Θεού. Το όνομα «Παναγία» δηλώνει την υπερέχουσα αγιότητά της. Η προσωνυμία «Μυρτιδιώτισσα» είναι ένα από τα πολλά ονόματα με τα οποία οι πιστοί επικαλούνται την ίδια Μητέρα του Θεού και θυμίζει τον τόπο όπου γνώρισαν τη βοήθειά της. Όλα αυτά τα ονόματα βρίσκουν το βαθύτερο νόημά τους στην πίστη που εκφράζει η λέξη «Θεοτόκος».

Η Εκκλησία την ονομάζει Θεοτόκο, Μητέρα του Θεού, επειδή Εκείνος που γεννήθηκε από αυτήν είναι ο προαιώνιος Υιός του Πατρός, ο οποίος έγινε αληθινά άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Αυτή την ομολογία υπερασπίστηκε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και επικύρωσε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, το 431. Το όνομα Θεοτόκος διαφυλάσσει την αλήθεια για τον Ιησού Χριστό, τον ένα και τον αυτό Κύριο, τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο. Η Παρθένος κυοφόρησε τον ίδιο τον Δημιουργό του ουρανού και της γης. Από εκείνη ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση μας, για να τη θεραπεύσει και να μας ενώσει με τον Θεό.

Ο Υιός του Θεού, με τη σάρκα που έλαβε από την Παρθένο, έπαθε πάνω στον Σταυρό και αναστήθηκε εκ νεκρών. Με την έλευσή Του ανάμεσα στους ανθρώπους φανερώθηκε το μυστήριο που έμενε κρυμμένο στους αιώνες (Ρωμ. 16, 25–26). Στην εικόνα της ο πιστός αντικρίζει το μυστήριο της δικής του σωτηρίας. Το Βρέφος που κρατά στην αγκαλιά της είναι ο Σωτήρας που γνώρισε τον ανθρώπινο πόνο και νίκησε τον θάνατο.

Στον Ευαγγελισμό, η Παρθένος δέχθηκε ελεύθερα το κάλεσμα του Θεού. Με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» πρόσφερε ολόκληρη τη ζωή της στο θέλημά Του (Λουκ. 1, 38). Το Άγιο Πνεύμα την επισκίασε και ο Υιός του Πατρός σαρκώθηκε στα σπλάχνα της. Στην αγιότητά της βλέπουμε πόσο 

ολοκληρωτικά μπορεί ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στη χάρη του Θεού, μένοντας ταπεινός και πιστός σε όλη του τη ζωή.

Η Εκκλησία τη μεγαλύνει ως «τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ», επειδή γέννησε τον Θεό Λόγο. Με την τιμή που της αποδίδει, ομολογεί όσα ο Θεός πραγματοποίησε για τη σωτηρία μας.

Η τιμητική προσκύνηση της εικόνας της στηρίζεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως την επικύρωσε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος το 787. Η Σύνοδος διέκρινε την τιμητική προσκύνηση από τη λατρεία, που ανήκει μόνο στον Θεό. Όπως διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος, «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει». Η τιμή δηλαδή αποδίδεται στο πρόσωπο που εικονίζεται. Όταν ασπαζόμαστε την εικόνα της Μυρτιδιώτισσας, τιμούμε τη Μητέρα του Θεού και ζητούμε τις πρεσβείες της. Με την τιμή προς τις εικόνες ομολογούμε και την αλήθεια της Ενανθρώπησης: ο προαιώνιος Υιός προσέλαβε πραγματικά τη σάρκα μας και φανερώθηκε στον ορατό κόσμο. Τις θεραπείες που συνδέονται με την εικόνα της τις δεχόμαστε ως δωρεές του Θεού, με τις πρεσβείες της Παναγίας.

Στον Εσπερινό θεομητορικών εορτών ακούμε το όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ για την κεκλεισμένη ανατολική πύλη του ναού, από την οποία θα εισέλθει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ (Ιεζ. 44, 1–2). Οι Πατέρες βλέπουν στην κεκλεισμένη πύλη προτύπωση της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Η πύλη που παραμένει κλειστή προεικονίζει το μυστήριο της παρθενικής γεννήσεως του Χριστού. Η Θεοτόκος Τον κυοφόρησε και Τον γέννησε, παραμένοντας Παρθένος προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον.

Στον Ακάθιστο Ύμνο την προσφωνούμε «κλῖμαξ ἐπουράνιε», διά της οποίας κατέβηκε ο Θεός, και «γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Αυτές οι εικόνες μιλούν για τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό, που πραγματοποιήθηκε εν Χριστώ. Εκείνος που σαρκώθηκε από αυτήν αποκαθιστά την κοινωνία που τραυμάτισε η αμαρτία και μας ανοίγει τον δρόμο προς τη Βασιλεία. Διά του Χριστού μπορούμε να προσέλθουμε στον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι (Εφ. 2, 18). Όταν ονομάζουμε την Παναγία πύλη της σωτηρίας, τιμούμε τη συμμετοχή της σε αυτό το μυστήριο, με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν παιδί του Θεού.

Η γιορτή της 24ης Σεπτεμβρίου τελείται σαράντα ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στο απολυτίκιο της Κοιμήσεως ψάλλουμε «ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Η Μητέρα της Ζωής μετέστη προς τη Ζωή, κοντά στον Υιό της. Η μητρική της αγάπη για τους ανθρώπους εκφράζεται στην αδιάλειπτη πρεσβεία της. Γι’ αυτό οι πιστοί προσέρχονται σε αυτήν με την εμπιστοσύνη ότι ζει εν Χριστώ και φέρνει τον πόνο τους ενώπιόν Του.

Αυτή την εμπιστοσύνη εκφράζει η επίκληση «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς». Επικαλούμαστε τη μητρική της προστασία και τις πρεσβείες της προς τον Υιό της, τον μόνο Σωτήρα του κόσμου. Ζητούμε τη βοήθειά της στις αρρώστιες του σώματος και παρακαλούμε για τη θεραπεία της ψυχής, για μετάνοια και απαλλαγή από τις αμαρτίες που πληγώνουν τη ζωή μας. Και την ώρα του θανάτου

ζητούμε τη βοήθειά της, για να λάβουμε συγχώρηση και να αναχωρήσουμε ειρηνικά. Η μητρική της φροντίδα μάς συνοδεύει προς την αιώνια ζωή που χαρίζει ο Χριστός.

Ο πατέρας μου είχε μεγαλώσει με αυτή την εμπιστοσύνη στην Παναγία. Εκεί, στην αυλή των Μυρτιδίων, μου μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια στα Φράτσια. Είχε γεννηθεί στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Γι’ αυτό και τον ονόμασαν Σταύρο.

Τα Φράτσια, μου έλεγε, ήταν το ομορφότερο χωριό των Κυθήρων, με τις επτά γειτονιές, τα ασπρισμένα σπίτια, τις δέκα εκκλησίες, χώρια τα ξωκλήσια, και την Τσιγκούρα, τη μεγάλη πλατεία όπου μαζευόταν ο κόσμος. Μου μίλησε με αγάπη για τις εκφράσεις και την προφορά των Φρατσιωτών, που η μητέρα του είχε κρατήσει αναλλοίωτες, αλλά και με λύπη για όσα σιγά σιγά χάνονταν από την ντοπιολαλιά τους.

Η μητέρα του, η γιαγιά μου Σταματούλα Ψαρομμάτη, το γένος Τζάννε, δούλευε στα χωράφια και φρόντιζε τα ζώα, ενώ μεγάλωνε τα παιδιά της. Έπλενε, μαγείρευε, ζύμωνε και ύφαινε στον αργαλειό μέχρι αργά τη νύχτα. Ο παππούς μου, ο Ανδρέας, μετέφερε με το καΐκι προϊόντα και επιβάτες. Τα παιδιά βοηθούσαν από μικρά. Ο πατέρας μου, όπως μου έλεγε τότε, γέμιζε υφαντά σακούλια με πορτοκάλια και τα πουλούσε στη γειτονιά, φέρνοντας τα χρήματα στο σπίτι.

Η μητέρα του έπαιρνε μαζί της στο χωράφι το μωρό, μέσα σε μια κούνια που την κρεμούσε από μια αγριαπιδιά όσο δούλευε. Ο πατέρας μου βοηθούσε με τα ζώα, μάζευε τις πέτρες και πήγαινε πότε πότε να δει το μωρό που κοιμόταν. Ένα παγωμένο πρωινό, μια γειτόνισσα πήρε τα ξυλιασμένα χέρια του μέσα στα δικά της, τα έτριψε για να τα ζεστάνει και τον φίλησε πριν συνεχίσει τον δρόμο της. Η καλοσύνη της γυναίκας τού είχε μείνει αξέχαστη. Μου διηγήθηκε το περιστατικό εκείνη την ημέρα, ύστερα από τόσα χρόνια.

Στο «Θέρος», όπως μου το διηγήθηκε στη ντοπιολαλιά του χωριού, η μητέρα του τους σήκωνε «αμπονόρα-αμπονόρα», πολύ πριν ξημερώσει, για να προλάβουν τη μεγάλη ζέστη. Η φεγγαράδα φώτιζε το χωράφι. Έκαναν τον σταυρό τους κι άρχιζαν το θέρισμα. Η μητέρα και οι αδελφές του θέριζαν κι εκείνος έδενε τις χεροβολιές και μάζευε τα στάχυα. «Κοπιάστε να κάτσωμε», τους έλεγε η γιαγιά μου, όταν ερχόταν η ώρα να πάρουν μια ανάσα. Από το στράιστο, το σακούλι με το κολατσιό, έβγαζαν παξιμάδια, ντομάτες και φρέσκια μυζήθρα. Έπιναν δροσερό νερό από το σταμνί και συνέχιζαν τη δουλειά.

Από τα δέκα του χρόνια έκανε τη διαδρομή από τα Φράτσια στον Αβλέμονα πριν ακόμη ξημερώσει, άλλοτε με τα πόδια κι άλλοτε καβάλα, για να βοηθήσει τον πατέρα και τον αδελφό του να φύγουν με το καΐκι. Ύστερα βιαζόταν να γυρίσει για το σχολείο. Η μητέρα του τον περίμενε κοντά στον Άγιο Αντώνιο με τη σάκα του και ένα παξιμάδι. Τα έπαιρνε και προλάβαινε ίσα ίσα να μπει στη γραμμή μαζί με τα άλλα παιδιά, πριν αρχίσει το μάθημα.

Τις Κυριακές, μετά το φαγητό, τα παιδιά έπαιζαν στην πλατεία και οι γείτονες κάθονταν και κουβέντιαζαν. Υπήρχαν διαφωνίες, αλλά και συμφιλιώσεις, όπως συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Τα βράδια μαζεύονταν στις πεζούλες της γειτονιάς για τη βεγγέρα, την αποσπερίδα τους. Στις συντροφιές αυτές συμμετείχαν ο παπάς και η παπαδιά, οι γονείς και τα παιδιά. Κουβέντιαζαν για τη σοδειά, τα παντρολογήματα και τα νέα του κόσμου.

Στο τέλος της μέρας, όταν χτυπούσε η καμπάνα της Ελεούσας για τον Εσπερινό, ο ήχος της απλωνόταν στη Λαγκάδα κι έφτανε ως τους κήπους και τα χωράφια. Οι άνθρωποι σταματούσαν τη δουλειά, έβγαζαν τις τραγιάσκες και έκαναν τον σταυρό τους. «Δόξα σοι ο Θεός», έλεγαν, και ύστερα μάζευαν τα πράγματά τους για να γυρίσουν στο σπίτι. Τα παιδιά έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν, να πάρουν από τα χέρια τους τις αξίνες και τα σακούλια και να βοηθήσουν στο πότισμα και στο τάισμα των ζώων.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα τα παιδιά μάζευαν μανουσάκια και άλλα αγριολούλουδα για τον Επιτάφιο. Ζούσαν έντονα τη χαρά του Πάσχα και στα παιχνίδια τους έκαναν ακόμη και τους παπάδες και τους ψάλτες, ψάλλοντας ο καθένας όσα ήξερε από τις ακολουθίες. Η προσευχή τούς γινόταν οικεία μέσα από όσα άκουγαν και έβλεπαν γύρω τους.

Μου μίλησε και για την πρώτη του εξομολόγηση, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί. Είχε πάρει το αυτοσχέδιο αυτοκινητάκι του αδελφού του, του Γιώργου, και επέμενε πως ήταν δικό του. Ήταν φτιαγμένο από σπιρτόκουτα, που τα κολλούσαν με βολβούς από μανουσάκια. Η μητέρα του τον πήγε στον παπά του χωριού, τον π. Νικόλαο Μαρέντη. Εκείνος υποδέχθηκε το φοβισμένο παιδί με καλοσύνη και το οδήγησε σε ένα δωμάτιο, όπου έκαιγε ένα καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά.

«Πες μου, Σταυρούλι μου, το αυτοκινητάκι είναι δικό σου ή του Γιώργου;» τον ρώτησε ήρεμα. Με υπομονή, ο π. Νικόλαος τον βοήθησε να παραδεχθεί ότι το παιχνίδι ανήκε στον αδελφό του. Ο πατέρας μου έκανε τον σταυρό του, φίλησε την εικόνα και ο ιερέας τού πρόσφερε ένα λουκούμι. Φεύγοντας, ένιωθε τόση ανακούφιση που του φαινόταν πως πετούσε. Ύστερα από τόσα χρόνια δικής του ιερατικής διακονίας, ο πατέρας μου κρατά ακόμη ζωντανή τη μνήμη εκείνης της πρώτης εξομολόγησης. Η πραότητα του ιερέα είχε βοηθήσει ένα παιδί να πει την αλήθεια και να δεχθεί τη συγχώρηση.

Ιδιαίτερα κοπιαστικά ήταν τα προσκυνήματα που γίνονταν για την εκπλήρωση ενός τάματος στη Μυρτιδιώτισσα. Ο πατέρας μου μού περιέγραψε πώς η γιαγιά μου και άλλες μάνες από κάθε γωνιά του νησιού πήγαιναν στα Μυρτίδια για να εκπληρώσουν όσα είχαν τάξει στην Παναγία.

Από την Τρύπια Πέτρα μέχρι την πλατεία των Μυρτιδίων σέρνονταν μέσα στη νύχτα πάνω στον ανώμαλο χωματόδρομο. Ανάμεσά τους ήταν και η γιαγιά μου. Αυτές οι διηγήσεις έμειναν στην οικογένεια μαζί με τη μνήμη των προσευχών που έκανε στο σπίτι για τους δικούς της που ταξίδευαν στη θάλασσα.

Η γιαγιά μου είχε γνωρίσει τους κινδύνους της θάλασσας μέσα από μια απώλεια που σημάδεψε για πάντα την οικογένεια. Όταν ο πατέρας μου ήταν περίπου ενός έτους, ο παππούς μου πήρε σε ένα ταξίδι τους δύο μεγαλύτερους γιους του, τον Μιχάλη και τον Κώστα. Ήταν δέκα και εννέα χρονών. Μια δυνατή φουρτούνα αναποδογύρισε το μικρό ιστιοφόρο τους. Ο παππούς μου πάλεψε να τους σώσει. Ο ίδιος επέζησε, αλλά και τα δύο παιδιά πνίγηκαν.

Μου περιέγραψε το πένθος που βάραινε για χρόνια το σπίτι τους. Η μητέρα του είχε όμως κι άλλα παιδιά να φροντίσει και ένα νοικοκυριό να κρατήσει. Κάθε φορά που οι δικοί της βρίσκονταν στη θάλασσα, ο κακός καιρός ξυπνούσε πάλι εκείνον τον φόβο. Έμενε γονατιστή όλη τη νύχτα και προσευχόταν, ενώ ο αέρας χτυπούσε τα παντζούρια.

Μια τέτοια φορά, ανήσυχη για όσους έλειπαν και με τη σκέψη στους γιους που είχε χάσει, αγκάλιασε τον μικρό Σταύρο και γονάτισαν μαζί. Έμειναν έτσι ώσπου έφτασε ένα τηλεγράφημα από τον παππού μου: δεν είχαν μπορέσει να αποπλεύσουν και θα γύριζαν την επόμενη ημέρα. Μάνα και γιος έκαναν τον σταυρό τους και ευχαρίστησαν τον Θεό. Επιτέλους μπορούσαν να ξαπλώσουν και να κοιμηθούν.

Η ευλάβειά της στην Παναγία τη συνόδευε μέσα στο πένθος και στον καθημερινό αγώνα για την υπόλοιπη οικογένειά της. Στην Υπαπαντή, ο Συμεών είχε προφητεύσει στην Παρθένο «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία» (Λουκ. 2, 35). Η Μητέρα που στάθηκε δίπλα στον Σταυρό

γνώρισε τον πόνο της μάνας. Οι γονείς που θρηνούν τα παιδιά τους καταφεύγουν σε αυτήν, γιατί γνωρίζει τον πόνο τους και μετέχει στη νίκη του αναστημένου Υιού της. Στα Μυρτίδια έχουν ακουστεί οι προσευχές τέτοιων γονιών, μαζί με τις ευχαριστίες εκείνων που είδαν τους αγαπημένους τους να επιστρέφουν σώοι.

Μετά το ναυάγιο, ο παππούς μου είχε παρακαλέσει τον Θεό να τον αφήσει να φτάσει στη στεριά, για να φροντίσει τα παιδιά που του είχαν απομείνει. Είχε τάξει να χτίσει μια εκκλησία στη μνήμη των δύο γιων του. Πολλά χρόνια αργότερα εκπλήρωσε αυτή την υπόσχεση.

Ο πατέρας μου μού είπε ακόμη πως, στα εφηβικά του χρόνια, είχε βοηθήσει κι εκείνος να εκπληρωθεί ένα οικογενειακό τάμα, χτίζοντας ένα μικρό εικονοστάσι του Αγίου Δημητρίου στην Ελαφόνησο, το νησί από όπου καταγόταν ο πατέρας του. Η θεία του, η Βάσω, είχε τάξει να χτιστεί σε περίοπτη θέση στην ακτή, για να το βλέπουν οι ψαράδες και να κάνουν τον σταυρό τους. Ο πατέρας μου μετέφερε τα υλικά στο κακοτράχαλο έδαφος, ετοίμασε τη βάση και ολοκλήρωσε το εικονοστάσι.

Ύστερα άναψε το καντήλι, ψάλλοντας το απολυτίκιο του Αγίου Δημητρίου, και θυμίασε την εικόνα. Στράφηκε έπειτα και θυμίασε προς τη θάλασσα, προς τα νερά όπου είχαν πνιγεί τα αδέλφια του, με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του.

Το όνομα της Παναγίας τούς συνόδευε και στα ταξίδια. Ο παππούς μου είχε ονομάσει το καΐκι της οικογένειας «Ελεήστρια», εμπιστεύοντάς το στην προστασία της. Με αυτό μετέφερε επιβάτες και τα προϊόντα της κάθε εποχής ανάμεσα στο Τσιρίγο, την Ελαφόνησο και την απέναντι στεριά. Έτσι ο πατέρας μου γνώρισε τον Αβλέμονα, την Αγία Πελαγία και το Διακόφτι, βοηθώντας στη μηχανή, στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα, δίπλα στον πατέρα και στον αδελφό του.

Έκαναν τον σταυρό τους πριν φύγουν, προσεύχονταν πριν φάνε και φώναζαν «Κύριε, ελέησον» όταν κινδύνευαν. Θυμάμαι με πόσο θαυμασμό μού μιλούσε τότε ο πατέρας μου για το θάρρος και την επινοητικότητα του δικού του πατέρα, που συνέχισε να δουλεύει στη θάλασσα ακόμη και μετά τον χαμό των γιων του.

Στον Ακάθιστο Ύμνο η Παναγία υμνείται ως «ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι» και «λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων», δηλαδή ως πλοίο για όσους ποθούν τη σωτηρία και λιμάνι για όσους ταξιδεύουν στο πέλαγος της ζωής. Αυτά τα λόγια τα καταλάβαιναν καλά οι οικογένειες που είχαν τους ανθρώπους τους στη θάλασσα. Αναγνώριζαν σε αυτά την ασφάλεια που έβρισκαν στις πρεσβείες της και την ελπίδα να φτάσουν στη Βασιλεία του Υιού της.

Μου περιέγραψε ακόμη ένα ταξίδι από την Κρήτη, που ήταν τόσο επικίνδυνο και κράτησε τόσο πολύ, ώστε ο κόσμος πίστεψε πως το καΐκι είχε χαθεί. Όταν έφτασαν στον Αβλέμονα, ήταν εξαντλημένοι. Ο πατέρας μου, πατώντας στη στεριά ύστερα από τόσες ώρες θαλασσοδαρμού, με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του.

Αφού ξεκουράστηκαν και ξεφόρτωσαν, ο πατέρας μου και ο παππούς μου γύρισαν στα Φράτσια. Ο θείος μου ο Γιώργος έμεινε στο καΐκι. Η γιαγιά μου ετοίμασε τους άρτους για την αρτοκλασία και το πρόσφορο που είχε τάξει. Πήγαν στην Ελεούσα και ο παππούς μου στάθηκε στο ψαλτήρι, με τον μικρότερο γιο του, τον Γιάννη, μπροστά του.

Καθώς μου τα διηγιόταν εκεί, στην αυλή των Μυρτιδίων, μου είπε πως δεν είχε ξεχάσει ποτέ τη γεύση του ευλογημένου άρτου που μοιράστηκε στην Ελεούσα μετά την επιστροφή τους από εκείνο το ταξίδι. Η μητέρα του τον είχε ζυμώσει με δάκρυα και ευγνωμοσύνη στον Θεό. Ο άνδρας και οι γιοι της είχαν γυρίσει, κι εκείνη πρόσφερε στην εκκλησία την ευχαριστία της.

Με τέτοιες προσφορές, η ζωή κάθε οικογένειας συνδέεται με την προσευχή της Εκκλησίας. Μαζί με το πρόσφορο φέρνουμε τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τις έγνοιες και τις ευχαριστίες των οικογενειών μας. Στη Θεία Λειτουργία οι πιστοί ενώνονται στην κοινή προσευχή ενώπιον του Χριστού και κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Υιός που σαρκώθηκε από την Παρθένο προσφέρει τον εαυτό Του στον λαό Του με τη Θεία Κοινωνία και μας ενώνει μαζί Του και μεταξύ μας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία, περιγράφει πώς ο πιστός, ενώ βρίσκεται στη γη, μετέχει στην ουράνια ζωή. Η προσευχή του σπιτιού ενώνεται με την προσευχή ολόκληρης της Εκκλησίας και όλοι μαζί δεόμαστε στον Θεό για κάθε οικογένεια που δοκιμάζεται. Με τα άγια Μυστήρια, ο Χριστός χαρίζει συγχώρηση και ανακαινίζει τη ζωή όσων Τον δέχονται. Στην κοινωνία μαζί Του βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους το προσκύνημα και η ευλάβειά μας.

Γι’ αυτό η αγάπη προς τη Μυρτιδιώτισσα είναι δεμένη με την εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία και τον αγώνα να ζήσουμε το Ευαγγέλιο. Η Μητέρα του Θεού οδηγεί τα παιδιά της στη ζωή που χαρίζει ο Υιός της. Η χάρη που ζητούν μπροστά στην εικόνα της στηρίζει την πίστη τους, τους βοηθά να μετανοήσουν και τους δίνει δύναμη να μείνουν κοντά στον Χριστό μέσα στις δοκιμασίες. Η βαθύτερη θεραπεία του ανθρώπου είναι η αποκατάσταση της κοινωνίας του με τον Θεό.

Ανάμεσα στις διηγήσεις που άκουσα εκείνη την ημέρα ήταν και ένα άλλο ταξίδι του πατέρα μου, με το επιβατηγό πλοίο «Μυρτιδιώτισσα». Το 1962 η οικογένεια είχε πια μετακομίσει στην Ελαφόνησο. Εκείνος επέστρεψε με αυτό το πλοίο στην Αγία Πελαγία και από εκεί πήγε στα Φράτσια. Είχε έρθει για να θερίσει το σιτάρι και να πάρει μαζί του τον μικρότερο αδελφό του με τα πράγματά του, μόλις εκείνος τελείωνε το σχολείο.

Έφτασε γύρω στις δέκα το βράδυ, βρήκε ένα δρεπάνι και πήγε κατευθείαν στο χωράφι της μητέρας του. Δούλεψε με το φως του φεγγαριού μέχρι νωρίς το πρωί. Ύστερα αποκοιμήθηκε κάτω από μια συκιά. Τον ξύπνησαν οι κουβέντες των χωριανών και τα πατήματα των ζώων στον δρόμο. «Μα, εψές το βράδυ ήτανε θερισμένο της Σταματούλας;» αναρωτιόταν ένας χωριανός. Όσοι περνούσαν απορούσαν πώς είχε κιόλας θεριστεί το χωράφι. Έφηβος ακόμη, το είχε θερίσει μόνος του μέσα στη νύχτα.

Στις διηγήσεις για τον μόχθο στα χωράφια και τις αγωνίες στη θάλασσα αναγνωρίζουμε κάτι από τη ζωή των ψαράδων του Ευαγγελίου. Ύστερα από μια νύχτα που δεν είχαν πιάσει τίποτε, ο Χριστός τούς είπε να ρίξουν ξανά τα δίχτυα. Τα ψάρια ήταν τόσα πολλά, που χρειάστηκε να έρθει και δεύτερο πλοιάριο για να βοηθήσει (Λουκ. 5, 1–11). Το κάλεσμά Του ήρθε τη στιγμή που ο κόπος τους είχε καρποφορήσει. Κι εκείνοι άφησαν την ασφάλεια όσων γνώριζαν και Τον ακολούθησαν, για να προσφέρουν πλέον τις δυνάμεις τους στη διακονία που τους ανέθετε: να φέρνουν ανθρώπους κοντά Του.

Στην ίδια εμπιστοσύνη μάς οδηγεί και η Θεοτόκος. Στην Κανά είπε στους υπηρέτες «ὅ τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε», δηλαδή να κάνουν ό,τι τους πει ο Χριστός (Ιω. 2, 5). Αυτά τα λόγια φανερώνουν και το νόημα του προσκυνήματός μας στα Μυρτίδια. Η τιμή προς τη Μητέρα Του μάς καλεί να ακούσουμε τον Υιό της και να δεχθούμε το Ευαγγέλιό Του μέσα στην καθημερινή μας ζωή. Με τη δική της πιστότητα μάς διδάσκει να Τον ακολουθούμε με όλη μας την καρδιά.

Με το Βάπτισμα ενωνόμαστε με τον Χριστό και γινόμαστε μέλη του Σώματός Του. Με το Χρίσμα λαμβάνουμε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όλοι οι πιστοί ανήκουμε στο «βασίλειον ἱεράτευμα» για το οποίο μιλά η Αγία Γραφή (Α΄ Πέτρ. 2, 9 και Αποκ. 1, 6). Μετέχοντας στην κοινή ιερωσύνη των πιστών, προσφέρουμε στον Θεό τον εαυτό μας και τη ζωή που μας εμπιστεύθηκε, διακονώντας τον πλησίον στο όνομα του Χριστού. Η κοινή αυτή ιερωσύνη διακρίνεται από την ιδιαίτερη διακονία της

Ιερωσύνης που παρέχεται με τη χειροτονία. Το Άγιο Πνεύμα, που κατήλθε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής, παραμένει στην Εκκλησία, αγιάζει τα μέλη της και κάνει τη ζωή τους μαρτυρία του αναστημένου Κυρίου.

Με αυτή την έννοια καλούμαστε κι εμείς να γίνουμε χριστοφόροι. Η Θεοτόκος έφερε τον Χριστό στα σπλάχνα της, κι εμείς που ανήκουμε σε Εκείνον μαρτυρούμε την παρουσία Του με τη χάρη που ενεργεί στη ζωή μας. Μέσα στην οικογένεια, αυτή η μαρτυρία φαίνεται στην υπομονή και στη συγχώρηση. Στην ενορία εκφράζεται στη λατρεία και στον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και φροντίζουμε τον άλλον. Το Ευαγγέλιο δίνει νόημα στο έργο κάθε μέλους της Εκκλησίας.

Τη φροντίδα ολόκληρης της κοινότητας τη χρειάζεται ιδιαίτερα μια οικογένεια που δοκιμάζεται από την αρρώστια ή θρηνεί ένα παιδί. Η Εκκλησία ευχαριστεί τον Θεό για κάθε θεραπεία και συνεχίζει να προσεύχεται για όσους εξακολουθούν να υποφέρουν. Για όλους αυτούς πρεσβεύει η Παναγία. Ο Υιός της πέρασε από τον θάνατο και τον νίκησε. Σε Εκείνον εμπιστευόμαστε τους ζώντες και τους κεκοιμημένους μας, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αυτή η ελπίδα δίνει βάθος στις προσευχές που ανεβαίνουν στα Μυρτίδια, ακόμη και όταν συνοδεύονται από δάκρυα.

Στην πρωτοχριστιανική τέχνη, το παγώνι έγινε σύμβολο της αθανασίας και της ανάστασης. Αυτή την ελπίδα μπορούν να μας θυμίζουν και τα παγώνια στην αυλή των Μυρτιδίων.

Η ευλάβεια αυτή συνόδευσε τις τσιριγώτικες οικογένειες και στην ξενιτιά. Ο πατέρας μου μού διηγήθηκε τότε και το ταξίδι του στην Αυστραλία. Το 1963, ύστερα από πρόσκληση της αδελφής του, της Ελπίδας, έφυγε με το «Πατρίς». Περίμενε αυτό το ταξίδι με τη σκέψη ότι επιτέλους θα ξεκουραζόταν και θα του σέρβιραν το φαγητό. Ένας συγγενής όμως κανόνισε να δουλέψει για να καλύψει τον ναύλο του, κι έτσι πέρασε το ταξίδι δουλεύοντας ως θαλαμηπόλος.

Στο σπίτι που αργότερα έφτιαξε στην Αυστραλία, η εικόνα της Παναγίας εξακολουθεί να έχει τη θέση της. Οι προσευχές που μάθαμε εκεί ως παιδιά κρατούν ζωντανή την ευλάβεια που ο πατέρας μας γνώρισε στα Φράτσια. Εκείνη την ημέρα του 1995, καθισμένοι μαζί στα Μυρτίδια μετά το προσκύνημα στην εικόνα της, τον άκουγα να μου μιλά για τη ζωή της οικογένειάς του. Μέσα από τις διηγήσεις του γνώρισα ανθρώπους που εμπιστεύονταν τον κόπο και το πένθος τους στη Μητέρα του Θεού και συνέχιζαν να προσεύχονται.

Το 2016 επέστρεψα με μερικά από τα αδέλφια μου και τα παιδιά τους. Είχαν περάσει είκοσι ένα χρόνια από εκείνη την πρώτη επίσκεψη με τον πατέρα μου. Μια ακόμη γενιά της οικογένειάς μας βρισκόταν τώρα στο μοναστήρι όπου είχαν προσευχηθεί οι παππούδες και οι προπαππούδες της. Με τέτοια ταξίδια, τα παιδιά γνωρίζουν από κοντά τους τόπους και τους ανθρώπους για τους οποίους έχουν ακούσει στο σπίτι και βρίσκουν τη δική τους θέση στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Για τους Κυθηρίους σε όλο τον κόσμο, η γιορτή της Μυρτιδιώτισσας ενώνει τις γενιές. Η εικόνα της προσκυνείται στο μοναστήρι, αλλά και σε εκκλησίες και σπίτια μακριά από το Τσιρίγο. Οι γονείς φέρνουν τα παιδιά τους κοντά της, οι άρρωστοι ζητούν τις πρεσβείες της και όσοι δέχθηκαν τη βοήθειά της επιστρέφουν για να την ευχαριστήσουν. Με τη μητρική της φροντίδα μάς οδηγεί στον Χριστό, στον οποίο βρίσκουμε τη συγχώρηση, την κοινωνία με τον Θεό και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα ας πρεσβεύει για όλες τις οικογένειές μας, ας στηρίζει όσους δοκιμάζονται και ας κρατά τα παιδιά της Εκκλησίας κοντά στον Υιό της.

π. Μιχαήλ Ψαρομμάτης




Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.