Αυτοθυσία στις φλόγες: Το τελευταίο «αντίο» στον Τζον Κασιμάτη
Καθώς ο τρόμος εκτυλισσόταν στους Δίδυμους Πύργους, ο Κασιμάτης δεν δίστασε στιγμή. Με απαράμιλλη ψυχραιμία και ηρωισμό, αψηφώντας τις φλόγες, τους καπνούς και τον άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, όρμησε μέσα στο φλεγόμενο κτίριο. Ανεβαίνοντας τους ορόφους, έφτασε στα έγκατα της καταστροφής, μεταφέροντας με τα ίδια του τα χέρια δεκάδες εγκλωβισμένους προς τη σωτηρία, στο ισόγειο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου.
Μια κληρονομιά αυτοθυσίας
Ο Τζον Κασιμάτης δεν λειτούργησε μόνο ως αστυνομικός, αλλά ως ηγέτης. Συγκροτώντας αστραπιαία μια ομάδα δράσης, κατάφερε να συντονίσει προσπάθειες που οδήγησαν στη διάσωση εκατοντάδων ανθρώπων. Η ανδραγαθία του αυτή αναγνωρίστηκε αμέσως: προήχθη τιμητικά και παρασημοφορήθηκε για το σπάνιο θάρρος του. Η συγκλονιστική αυτή ιστορία αυτοθυσίας ενέπνευσε ακόμη και τον κινηματογράφο, μεταφέροντας το μήνυμα της ανθρωπιάς μέσα από το χάος.
Τα Κύθηρα, το νησί των προγόνων του, θρηνούν σήμερα για το «άξιο τέκνο» τους, το οποίο ύψωσε το ελληνικό φρόνημα στο κέντρο της Νέας Υόρκης.
Στις 14 Ιουνίου 2026, ο Τζον Κασιμάτης έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μια βαριά παρακαταθήκη ανιδιοτελούς προσφοράς και ηρωισμού. Το όνομά του θα παραμείνει για πάντα συνώνυμο της αυτοθυσίας, υπενθυμίζοντάς μας ότι, ακόμη και στις πιο σκοτεινές ώρες, το φως της ανθρώπινης θέλησης μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.
____________________________________________
Εκείνο το πρωινό, ο Γιάννης Κασιμάτης βρισκόταν στο γραφείο του στο Port Authority στους 42 δρόμους και 9η Λεωφόρο, όπως κάθε μέρα. Ηταν 11 Σεπτεμβρίου του 2001.
Ο ίδιος, περιγράφει στον «Ε.Κ.» όλα όσα έζησε εκείνη την ημέρα δίνοντας όλο του το είναι για να σώσει ότι μπορούσε από την τραγωδία.
«Ολα ξεκίνησαν όταν άκουσα στο ράδιο πως ένα μικρό αεροπλάνο χτύπησε τους Δίδυμους Πύργους. Ανοίξαμε με τον διευθυντή την τηλεόραση και είδαμε να βγαίνει καπνός από τον πρώτο πύργο. Κοιτάξαμε με προσοχή. Δεν ήταν μικρό αεροπλάνο, ήταν μεγάλη η τρύπα και πολλά πατώματα καιγόντουσαν. Αμέσως βγήκα έξω και μάζεψα όλο το Σώμα. Διάλεξα όσους δεν ήταν παντρεμένοι και δεν είχαν παιδιά, πήρα ένα λεωφορείο της Πολιτείας που περνούσε από εκεί, το άδειασα από τους επιβάτες και έβαλα τους αστυνομικούς. Κατεβήκαμε στα Δίδυμα. Την ώρα που φτάνουμε κοιτάμε πάνω και βλέπουμε το δεύτερο αεροπλάνο να χτυπάει τον δεύτερο πύργο. Εκεί καταλάβαμε ότι δεν πρόκειται για δυστύχημα αλλά για τρομοκρατικό χτύπημα από τους σατανάδες του Κόσμου.
Ξεχώρισα από την ομάδα που είχα μαζί μου τους μεγαλύτερους 40 με 50 χρόνων να οργανώσουν τι θα κάνουμε. Οι υπόλοιποι πήγαν μέσα να βρουν μάσκες οξυγόνου. Μπήκαμε μέσα εγώ και ο διευθυντής μου και βλέπαμε τον κόσμο να κατεβαίνει και να βγαίνει από τις δύο εξόδους. Αρχισα να βοηθάω τον κόσμο να βγαίνει από τις σκάλες. Πολλοί ήταν ήδη τραυματισμένοι. Είχε πιάσει φωτιά εκεί που χτύπησε το αεροπλάνο και είχε κατέβει κάτω, εκεί που ήταν το ασανσέρ. Ο κόσμος ήταν σοκαρισμένος. Τους βοηθούσαμε να κατέβουν από τις εξόδους κινδύνους για να βγουν στο δρόμο, να περάσουν μέσα από το Μετρό και να βγουν. Αυτό το σύστημα το είχαμε κάνει πρόβα πολλές φορές και καταφέραμε και σώσαμε το 99% από αυτούς που μπορούσαν να σωθούν».
Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμα. Ενας τρομακτικός θόρυβος ακολούθησε και ο πύργος άρχισε να πέφτει και μαζί του να πέφτουν νεκροί χιλιάδες κόσμου που έτυχε να βρίσκονται εκεί το μοιραίο αυτό πρωινό.
«Την ώρα που έπεφτε ο πύργος μπήκε μέσα όλο το σίδερο, το τσιμέντο και όπως έπεφτε μπήκε μέσα στον άλλο πύργο σαν να ήταν τσουνάμι. Ο κόσμος κατέβαινε πανικόβλητος και εμείς βλέπαμε απ’ έξω -γιατί τα τζάμια δεν είχαν σπάσει ακόμα- ανθρώπους που η έκρηξη τους είχε πετάξει από το κτίριο και γινόντουσαν κομμάτια. Εβλεπες ένα χέρι, ένα κεφάλι αλλά και όσοι κατέβαιναν τα έβλεπαν όλα αυτά και ήταν σοκαρισμένοι. Αυτούς που βοηθούσαν εκείνη την ημέρα τους έστειλε ο Θεός. Εμείς όλοι πήγαμε εκεί να βοηθήσουμε. Και αυτοί που πέθαναν εκείνη την ημέρα βοηθώντας πιστεύω και να το ήξεραν πως θα πέθαιναν, θα το ξαναέκαναν.
Εγώ, ο διευθυντής μου και δύο τρεις ακόμη σωθήκαμε. Ολοι οι άλλοι συνάδελφοί μας στον ίδιο όροφο πέθαναν. Μόλις συνήλθαμε, βγάλαμε τη σκόνη από το στόμα μας. Βρήκαμε ο ένας τον άλλον με μεγάλη δυσκολία και προσπαθήσαμε να κατέβουμε εκεί που ήταν οι κυλιόμενες σκάλες. Εκεί, είδαμε ότι υπήρχε δρόμος για να περάσουμε και να βγούμε έξω.
Μόλις βγήκα, είδα μια γυναίκα αναίσθητη. Την σήκωσα αγκαλιά και άρχισα να τρέχω. Είδα ένα αστυνομικό όχημα, την βάζω μέσα και μπήκα κι εγώ μαζί γιατί φοβόμουν ότι θα πέσει και ο άλλος πύργος. Και έτσι έγινε. Πήγαμε δύο τρεις δρόμους πιο πέρα και μας έπιασε πάλι το τσουνάμι. Ο Θεός μας βοήθησε και βγήκαμε.
Την υπόλοιπη μέρα ψάχναμε για ζωντανούς κάτω από τα συντρίμμια.
Για μήνες, πήγαινα κάθε βράδυ στο σημείο μετά την βάρδια μου και έσκαβα για να βρίσκω πτώματα μέσα στα χαλάσματα».
«Εθνικός Κήρυκας»: Τι έχει αλλάξει από εκείνη την ημέρα, 20 χρόνια μετά;
Γιάννης Κασιμάτης: Αν πας κάτω στο Σημείο Μηδέν και ρωτήσεις τι έγινε εδώ θα σου πουν «έγινε ένα μεγάλο δυστύχημα» και πέθαναν πολλοί. Δεν πέθαναν, δολοφονήθηκαν. Φονιάδες τους σκότωσαν. Αυτοί οι 19 μουσουλμάνοι ήταν φονιάδες. Σκότωσαν 3000 ανθρώπους, σκότωσαν τον κουνιάδο μου. Αυτά είναι ασυγχώρητα πράγματα. Αλλαξε όλος ο κόσμος γι’ αυτούς τους 19.
Για έξι μήνες η Αμερική ήταν αυτό ακριβώς που έπρεπε πάντα να είναι. Ολοι ήταν ενωμένοι, δεν υπήρχαν αριστεροί και δεξιοί. Τώρα, έπειτα από 20 χρόνια έχει αλλάξει η ιστορία. Τώρα είναι δυστύχημα. Δύο αεροπλάνα χτύπησαν δύο από τα μεγαλύτερα κτίρια του Κόσμου και ήταν δυστύχημα; Δεν ξέρω τι να πω, τα πολιτικά είναι παράξενα.
Ο Γιάννης Κασιμάτης έχασε τον αδελφό της συζύγου του την ημέρα εκείνη. Οσο κι αν έψαξε όμως, δεν κατάφερε να τον βρει.
«Η βοήθεια που έδωσε το κράτος στις οικογένειες ήταν απίστευτη. Του κουνιάδου μου η οικογένεια είχε τα πάντα τακτοποιημένα από την κυβέρνηση. Τα σχολεία των παιδιών του, τα ιατρικά κ.λπ. Τις οικογένειες δεν τις παράτησε κανένας. Ολοι μάζεψαν χρήματα, η Αρχιεπισκοπή μάζεψε εκατομμύρια δολάρια για τους 26 ορθόδοξους Ελληνες που χάθηκαν εκείνη την ημέρα. Τα δύο παιδιά του κουνιάδου μου σήμερα έχουν τις δικές τους οικογένειες και είναι άνετοι στη ζωή τους οικονομικά».
«Ε.Κ.»: Πώς νιώθετε που έπειτα από 20 χρόνια θα λειτουργήσει και πάλι η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Σημείο Μηδέν;
Γιάννης Κασιμάτης: Ο Αγιος Νικόλαος, το μόνο θρησκευτικό κτίριο που διαλύθηκε, έπειτα από 20 δύσκολα χρόνια ξαναχτίστηκε επιτέλους και όλο αυτό οφείλεται σε ένα μικρό κύκλο ανθρώπων. Η Αρχιεπισκοπή βοήθησε πάρα πολύ και ο πάτερ Αλέξανδρος Καρλούτσος, ο οποίος μάζεψε 40 εκατομμύρια δολάρια σε 90 ημέρες για να τελειώσει η εκκλησία. Εχει κάνει θαύματα για τον Ελληνισμό και την Αρχιεπισκοπή στη Νέα Υόρκη. Βέβαια, ο Αγιος Νικόλαος ανοίγει με μεγάλη δυσκολία και με αρκετά προβλήματα. Με την βοήθεια του Θεού όμως και του πάτερ Αλεξ τα φτιάξαμε όλα. Εύχομαι να έρθει ο Πατριάρχης και να ανοίξει την εκκλησία και να κάνει τα εγκαίνια.
«Ε.Κ.»: Εχετε δηλώσει πως δεν συμμετέχετε πλέον στις επετείους της 11ης Σεπτεμβρίου. Γιατί;
Γιάννης Κασιμάτης: Πήγαινα κάθε χρόνο στην τελετή της επετείου. Τον πρώτο χρόνο ήμουν ακόμη στην υπηρεσία, δεν είχα βγει στη σύνταξη. Θυμάμαι, είχαν έρθει 250 αστυνομικοί από την Αγγλία, αλλά και από την Γαλλία, την Γερμανία, την Αυστραλία. Τα 4 πρώτα χρόνια πήγαινα. Μια χρονιά θυμάμαι καθώς περιμέναμε να ξεκινήσει η εκδήλωση, βλέπω έναν γερουσιαστή να τρέχει σαν τρελός να φτάσει στην τελετή και να φωνάζει: «Ξεκίνησε ή ακόμα»; Τότε του απάντησα: «Περιμένουν από την τηλεόραση να φτάσεις για να ξεκινήσουν».
Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναπήγα ποτέ. Και τώρα, στα 20 χρόνια θα πάω με τους ήρωες που ήταν εκεί την ημέρα εκείνη, θα φάμε παρέα και θα θυμηθούμε τους συναδέλφους που χάσαμε. Αλλά δεν πάω στην τελετή. Καλύτερα να απουσιάζω παρά να πάω εκεί. Προτιμώ να καθίσω μαζί με τους ανθρώπους που ήξερα τι έκαναν. Εκείνους που έψαχναν 24 ώρες το 24ωρο στα συντρίμμια. Πολλοί ακόμη και σήμερα, μετά από 20 χρόνια λένε «εγώ ήμουν εκεί». Ναι; Εγώ ήμουν εκεί για 9 μήνες, δεν σε είδα πουθενά».
Ο Γιάννης Κασιμάτης σχολιάζει το μουσείο που έχει δημιουργηθεί για την τραγική επέτειο.
«Το μουσείο; Εχω πάει. Με πιάνει η καρδιά μου. Είναι ένα μουσείο για ένα τραγικό γεγονός με 3000 φονικά. Σκοτώθηκε ο κόσμος και εκεί πουλάνε τουριστικά ενθύμια και σουβενίρ. Πιστεύω ότι πρέπει να παραμείνει ως ένας χώρος μνήμης για όσους σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα. Ο κόσμος έχει ξεχάσει. Υπάρχουν παιδιά που έχουν μεγαλώσει και δεν έχουν ιδέα τι έγινε εκείνη την ημέρα. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα που υπάρχει παντού. Συμβαίνουν πράγματα, τα θυμόμαστε για λίγο καιρό και έπειτα τα ξεχνάμε. Εγώ ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη την ημέρα».
«Πηγαίνω στο Σημείο Μηδέν, μόνος μου. Βάζω ένα λουλούδι, ένα σημείωμα στη μνήμη του κουνιάδου μου. Περνάω και από τον Αγιο Νικόλαο. Για όσους δεν γνωρίζουν, τα νερά που τρέχουν, αν τα μετρήσεις είναι 3000, όσα και τα άτομα που σκοτώθηκαν και πέφτουν μέσα στο σιντριβάνι και γίνονται ένα.
Είμαι περήφανος για ό,τι έκανα εκείνη την ημέρα εκεί και ευχαριστώ τον Ελληνισμό γιατί μου έδωσαν παράσημα και επαίνους. Εγώ έκανα μόνο τη δουλειά μου, τίποτα παραπάνω».


Δεν υπάρχουν σχόλια