Header Ads

Header ADS

ΚΥΘΗΡΑ:Ἡ Φόνισσα τοῦ Καταρράκτη




Σκιὲς καὶ Θρῦλοι τοῦ Μοριᾶ

Ἡ Φόνισσα τοῦ Καταρράκτη

Ἦταν μιὰ φορὰ στὰ Κύθηρα, τότε ποὺ ὁ κόσμος ἦταν ἀκόμα δεμένος μὲ τὰ παλιὰ, καὶ τὰ νερά δὲν κυλοῦσαν μονάχα γιὰ νὰ ξεδιψοῦν τὴ γῆ, μὰ γιὰ νὰ κρατοῦν μέσα τους ὅρκους, κρίματα καὶ ψυχὲς ἀλύτρωτες.
Στὸν τόπο ποὺ σήμερα πέφτει ὁ καταρράκτης τῆς Φόνισσας, ἔλεγαν πὼς παλιὰ ἦταν ἕνα ρέμα σκιερό, μὲ πλατάνια γέρικα καὶ νερὰ βαθιά, ποὺ δὲν τὰ ζύγωνε ὁ ἄνθρωπος χωρὶς νὰ σταυροκοπηθεῖ. Γιατὶ ἐκεῖ κατοικοῦσαν, κατὰ τοὺς παλιοὺς, τὰ στοιχειὰ τοῦ νεροῦ καὶ οἱ νεράιδες, ποὺ ἀγαποῦσαν καὶ μισοῦσαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.
Σὲ ἕνα χωριὸ κοντινὸ ζοῦσε μιὰ γυναῖκα βαριὰ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ βλέμμα, ποὺ ἤξερε βότανα, ξόρκια καὶ λόγια παλιά. Δὲν ἦταν κακὴ στὴν ἀρχή, μὰ ἦταν σκληρή, καὶ ὅ,τι ἔπιανε μὲ τὴν καρδιά της, δὲν τὸ ἄφηνε νὰ φύγῃ.
Εἶχε μιὰ κόρη μεγάλη, ὡραία σὰν νερό ποὺ λάμπει στὸν ἥλιο, μὲ μάτια ποὺ κοιτοῦσαν πέρα ἀπ’ τὰ σπίτια καὶ τὰ χωράφια. Καὶ ὅπως γίνεται μὲ τὰ νιάτα, ἦρθε καὶ στὴν καρδιά της ἔρωτας.
Δὲν ἦταν ἔρωτας ποὺ τὸν δέχεται ὁ κόσμος, ἦταν μὲ ἄντρα ξένο, περαστικὸ, ποὺ τὸν ἔβλεπαν οἱ χωριανοὶ μὲ μάτι καχύποπτο. Ἔλεγαν πὼς δὲν εἶχε ρίζα, πὼς κουβαλοῦσε κάτι ἀπὸ ἄλλους τόπους, καὶ πὼς ὁ λόγος του δὲν ἦταν γιὰ νὰ στέκεται.
Ἡ μάνα τὸν ἐμῖσησε πρὶν ἀκόμα τὸν γνωρίσει. Δὲν τὸν δέχτηκε, μήτε τὸν ἔρωτα τῆς κόρης της. Ἔλεγε πὼς τέτοια δέσιμο φέρνει συμφορά, καὶ πὼς ἡ κόρη της δὲν θὰ δοθεῖ σὲ ξένο καὶ ἀρίζωτο.
Μὰ ὁ ἔρωτας δὲν ἀκούει λόγια.
Τὶς νύχτες, τὸ κορίτσι ἔφευγε καὶ κατέβαινε στὸ ρέμα, ἐκεῖ ποὺ τὰ νερὰ ψιθύριζαν καὶ ὁ κόσμος ἔμοιαζε νὰ λιώνει. Ἐκεῖ τὸν ἔβρισκε, καὶ ἔδεναν τὰ χέρια τους σὰν νὰ ἔκαναν ὅρκο χωρὶς μάρτυρες.
Καὶ ἔλεγαν οἱ παλιοὶ πὼς τὰ στοιχειὰ τοῦ νεροῦ τοὺς εἶχαν δεῖ, καὶ πὼς τέτοιοι ὅρκοι δὲν μένουν ἀτιμώρητοι.
Πέρασε καιρός, καὶ ἦρθε ἡ Μεγάλη Τρίτη, μέρα ποὺ βαραίνει ἡ ψυχὴ καὶ οἱ ζωντανοὶ θυμοῦνται τοὺς νεκρούς.
Ἐκείνη τὴ νύχτα, ἡ μάνα τὴν ἀκολούθησε.
Κατέβηκε στὸ ρέμα μὲ βήματα σιωπηλά, κρατώντας στὰ χέρια της βότανα πικρὰ καὶ χώμα ἀπὸ τάφο παλιό. Ἡ καρδιά της δὲν ἦταν πια μάνας, ἦταν φόβος καὶ πείσμα δεμένα μαζί.
Καὶ ἐκεῖ, στὴν ἄκρη τοῦ νεροῦ, εἶδε τὴν κόρη της νὰ στέκει μὲ τὸν ξένο, δεμένοι μὲ βλέμμα ποὺ δὲν λύνεται.
Τότε τὸ σκοτάδι ἔπεσε μέσα της.
Δὲν φώναξε. Δὲν ἔκλαψε. Μονάχα ἔπραξε.
Μὲ χέρια ποὺ εἶχαν μάθει νὰ γιατρεύουν, ἔφερε τὸ τέλος. Ἄλλοι λένε πὼς τὴν ἔσπρωξε στὸ νερό ποὺ ἄνοιξε βαθιά, ἄλλοι πὼς τὴν ἔπνιξε μὲ τὸ ἴδιο της τὸ μαντήλι, δένοντάς την σὰν νὰ τὴν ἔδινε στὴ γῆ.
Ὅπως καὶ νὰ ἔγινε, τὸ νερό τὴν πήρε.
Καὶ ὁ ξένος χάθηκε σὰν νὰ μὴν εἶχε ὑπάρξει ποτέ.
Τὴν ἴδια στιγμή, τὸ ρέμα ἐφούσκωσε χωρὶς βροχή, καὶ ἡ γῆ ἀναστέναξε βαριά. Τὰ πλατάνια ἔγειραν, καὶ τὰ νερά ἔπεσαν μὲ δύναμη, σὰν νὰ ἄνοιξε πληγή στὸν τόπο.
Ἀπὸ τότε, τὸ ρέμα ἔγινε καταρράκτης.
Ἡ μάνα δὲν ἔφυγε. Ἔμεινε ἐκεῖ, στὴν ἄκρη, μὲ τὰ μάτια χαμένα στὸ νερό ποὺ τῆς εἶχε πάρει τὸ παιδί. Ἔριχνε μέσα βότανα, ψιθύριζε λόγια παλιά, ζητώντας νὰ λυθῇ τὸ κρίμα.
Μὰ τὰ στοιχειὰ δὲν λυποῦνται.
Σιγὰ σιγὰ, ἔσβηνε. Τὸ πρόσωπό της ἔγινε σκιὰ, καὶ τὰ χέρια της ἔμοιαζαν μὲ ρίζες ποὺ ἔψαχναν κάτι ποὺ δὲν θὰ βρεθεῖ.
Καὶ μιὰ νύχτα, χωρὶς φεγγάρι, μπῆκε καὶ αὐτὴ στὸ νερό.
Δὲν ξαναβγήκε.
Ἀπὸ τότε, ὅποιος περνᾷ ἀπὸ τὸν καταρράκτη, ἀκούει τὸ νερό νὰ βαραίνει πιὸ πολὺ τὴ Μεγάλη Τρίτη. Καὶ στὸν ἀφρὸ, γιὰ μιὰ στιγμή, φαίνεται ἕνα πρόσωπο ποὺ δὲν εἶναι ἕνα, μάνα καὶ κόρη δεμένες.
Καὶ λένε πὼς ὁ τόπος δὲν συγχώρησε τὸ κρίμα.
Γιατὶ τὸ νερό δέχτηκε τὸ παιδί.
Μὰ δὲν ξέχασε τὴ μάνα.

Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ προϊόν μυθοπλασίας τοῦ διαχειριστῆ τῆς σελίδας.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ
6 Ἀπριλίου 2026





Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.