Header Ads

Header ADS

25η Μαρτίου του 1920: Ο Ευαγγελισμός στην Σμύρνη.



Ο Ευαγγελισμός στην Σμύρνη.

Η προκυμαία της Σμύρνης, 25η Μαρτίου του 1920. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα νερά του κόλπου σαν λιωμένο μαλαματένιο φλουρί και το «Και» έσφυζε από κόσμο. Η γαλανόλευκη κυμάτιζε παντού, από τα κατάρτια των καϊκιών μέχρι τα μπαλκόνια των αρχοντικών. Ο ψαρα-Αντώνης, παλιός καραβοκύρης με το πρόσωπο σκαμμένο από την αρμύρα, στεκόταν έξω από το «Κράμερ», διορθώνοντας το φέσι του —που τώρα το φορούσε κάπως πιο παλληκαρίσια, λόγω των ημερών.— «Ε, ρε γλέντια, Παναγία μου! Κοίταξέ τους, Βαγγελάκη! Κοίτα πώς πατούν το πλακόστρωτο οι τσολιάδες μας!» φώναξε στον εγγονό του, που στεκόταν δίπλα του με μια μικρή σημαία στο χέρι.
— «Παππού, γιατί κλαίνε οι κυρίες στα μπαλκόνια; Αφού γιορτάζουμε!» ρώτησε ο μικρός, κοιτάζοντας τις Σμυρνιές με τα δαντελένια παρασόλια που σκούπιζαν τα μάτια τους με τα μεταξωτά μαντήλια τους.
— «Από τη χαρά είναι, Γιαβρι μου. Είναι που η Παναγιά μας έφερε το "Χαίρε" και η πατρίδα το "Ελευθερία". Διπλή η χάρη σήμερα, διπλό και το δάκρυ. Άκου τις καμπάνες στην Αγιά-Φωτεινή... Σαν να μιλούν με τον Θεό είναι!»
Εκείνη τη στιγμή, η αρχόντισσα η κυρά-Θεανώ, με το μεταξωτό της φουστάνι να θροΐζει, πλησίασε κρατώντας ένα δίσκο με μπακιρένια μπολ.
— «Χρόνια πολλά, Ψαρα-Αντώνη! Να χαίρεσαι τον εγγονό σου! Βαγγελάκη, πάρε ένα λουκούμι τριαντάφυλλο να γλυκαθείς. Είπα στην ψυχοκόρη μου τη Μαριγώ να βάλει τον μπακαλιάρο σε νερό με ξύδι από νωρίς. Θα 'ρθειτε το μεσημέρι, έτσι;»
— «Να 'σαι καλά, κυρά-Θεανώ. Θα 'ρθουμε, πώς δεν θα 'ρθουμε; Να τσουγκρίσουμε για την Πόλη, για τη λευτεριά και για τη Μεγαλόχαρη!» απάντησε ο γέρος, βγάζοντας το καπέλο του με σεβασμό.
— «Μα την πίστη μου,» συνέχισε η Θεανώ χαμηλώνοντας τη φωνή, «έβλεπα τον Δεσπότη το πρωί στη λειτουργία... Έλαμπε το πρόσωπό του! "Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην", έψαλλε και νόμιζες πως άνοιξαν οι ουρανοί πάνω από τη Μπελαβίστα.»
— «Είναι που φέτος το νιώθουμε στα έγκατα της ψυχής, κυρά μου,» μουρμούρισε ο Αντώνης. «Σαν να μας χάιδεψε ο άγγελος το μάγουλο. Ας ελπίσουμε πως τούτη η άνοιξη δεν θα τελειώσει ποτέ...να'ναι η Άνοιξη του ελληνισμού»
​Ο μικρός Βαγγελάκης δεν άκουγε τις ανησυχίες των μεγάλων. Κοιτούσε ένα ελληνικό αντιτορπιλικό που ήταν αγκυροβολημένο ανοιχτά και φάνταζε στα μάτια του σαν σιδερένιο κάστρο.
​— «Παππού, η Παναγίτσα προσέχει και τα βαπόρια μας;»
​— «Πρώτη και καλύτερη, αγόρι μου. Αυτή κρατάει το τιμόνι της Ρωμιοσύνης. Άιντε, κούνα τη σημαία σου ψηλά! Να τη δουν οι φαντάροι μας, να πάρουν κουράγιο!»
​Και η Σμύρνη εκείνη τη μέρα, ανάμεσα στις μυρωδιές από το τηγανητό ψάρι, την αρμύρα απ'τη θάλασσα και τους μεταλλικούς ήχους της μπάντας που παιάνιζε εμβατήρια, έμοιαζε με όνειρο άσβηστο. Μοσχοβολούσε λιβάνι και Άνοιξη αλμυρή που βγαίνει απ' την θάλασσα. Ήταν ο δικός της Ευαγγελισμός, μια στιγμή που η γη και ο ουρανός γίνονταν ένα κάτω από το Ιωνικό φως. Ύστερα όλα σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους.
Η Δραμουντάνα, ο Ζέφυρος, η Όστρια κι ο Λεβάντες. Προσφυγόπουλα ορφανά, σκασμένα από το κλάμμα, στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας βυζάξανε... πικρό το γάλα!...
🖊️ a.sfirakis

Αναμνήσεις από την Σμύρνη

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.