Header Ads

Header ADS

Γιανί πάτες Διήγημα του Γιώργη Δρυμωνιάτη



Γιανί πάτες

Διήγημα του Γιώργη Δρυμωνιάτη
Ο Δημητράκης δεν πρόκοψε καθόλου, αν τον κρίνεις με τα πρόστυχα μέτρα και τα κάλπικα σταθμά της σαπιοκοινωνίας . Όχι της τωρινής, στην οποία κυριαρχεί η τεχνητή ανοησία και θριαμβεύει η έμφυτη και η επίκτητη βλακεία των ηλεκτρονικόπληκτων ιθαγενών, αλλά της εκάστοτε κοινωνίας, που στους αιώνες των αιώνων από θηρία κυρίως συντίθεται. Διαβάζουμε κάθε λίγο και λιγάκι για την νεανική και την εφηβική βία , που, παγκοσμίως, όλο και αναπτύσσεται , σε σημείο που ακόμα και κοριτσάκια δεκαπεντάχρονα σκοτώνει το ένα το άλλο, κειδά που νομίζαμε πως ο πόλεμος και ο σκοτωμός είναι μόνο ανδρικό προνόμιο. Και πώς να μην αυξηθεί η παγκόσμια βία, αφού από τα γεννοφάσκια τους την βία διδάσκονται τα παιδιά και παλιά , (να λέμε την αλήθεια, ακόμα και με τα Ομηρικά έπη) , μα ιδίως τώρα που ακόμα και στις παιδικές ταινίες της Disney και στα παιδικά ηλεκτρονικά παιγνίδια και στις βραβευμένες ταινίες του κινηματογράφου, παντού βία, ψέμα , αίμα και σπέρμα, παντού το ανήθικο και το βρώμικο υποκρύπτεται ή εμφανώς προάγεται και, κάτω από τις ευλογίες ενός υπερελεγκτικού κράτους, διδάσκει ό,τι θα έπρεπε να μην διδάσκεται ούτε στους γιους του διαβόλου. Ενός κράτους που ελέγχει τα πάντα, πλην από το ανήθικο και το άτιμο. Αντί για παιδεία , μας παρέχουν πλήθος νόμων αστυνόμευσης και πλήθος ειδώλων αποβλάκωσης. Κι είναι αυτό το ίδιο το κράτος, που με τους υπεραυστηρούς ελέγχους στα πάντα τα της ζωής των απλών ανθρώπων, καθιστά την ζωή τους δουλική, παντελώς ανελεύθερη, υποκείμενη κάτω από έναν διαρκή εκβιασμό τιμωρίας, προστίμων, φυλακίσεων, κρατικής διαπόμπευσης κατ’ ελάχιστον, σε κάθε περίπτωση , οδηγεί στον μηδενισμό του προσώπου , στον εξανδραποδισμό του νοήμονος, υπολογίζει μόνο άτομα, κομμάτια δηλαδή, τεμάχια ανθρωπίνου είδους, ωφέλιμα μόνο εφόσον έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου. Έως εκεί. Ναι, το κράτος, για χατίρι μας και για το όφελός μας, επιτηρεί ακραία και ασταμάτητα και χειραγωγεί την ελευθερία μας μέσα στην φυλακή της καθημερινότητάς μας και επικαλείται τον Νόμο, σε κάθε ανομία δική του και των ολίγων που εντέλει το αποτελούν. Και ο κάθε υπήκοος της τεχνητής ανοησίας και υποχείριος της ηλεκτρονικότευκτης μαζικής ηλιθίασης υπακούει χωρίς να σκέπτεται. Αφού το λέει ο Νόμος, και μάλιστα Νόμος της Δημοκρατίας, ο ηλίθιος δεν επιτρέπεται να πει τίποτα περισσότερο, ούτε να διαμαρτυρηθεί για τους ανώφελους νόμους και το ασήκωτο βάρος των οικονομικών επιβαρύνσεων και της ταφόπλακας της γραφειοκρατίας που εν ζωή καταπλακώνει τον κάθε πολίτη. Όλοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Κι όσοι το νομίζουν διαφορετικά, είναι ψεκασμένοι, συνωμοσιολόγοι, φευγάτοι , φασίστες εντέλει κι ας είναι φασισμός, αυτό που υπό τον μανδύα της δημοκρατίας, όλοι ζούμε. Απαγορεύεται ο αντίλογος στην επικρατούσα άποψη της ηλιθίας πλειοψηφίας, που νομίζει ότι είναι σοφή. Που θέλει να νομίζουμε ότι είναι δημοκρατία η υποστήριξη των δικαιωμάτων του ανήθικου, του κλέφτη, του πάμπλουτου, του προδότη, του αφύσικου, του εμπόρου ναρκωτικών, του μπράβου της νύχτας και των μπράβων του κράτους και του κάθε είδους κατά της ανθρωπότητας εγκληματία. Που θέλει να νομίζουμε πως το σώμα πρέπει να υποστηρίζει τον καρκίνο του και η ψυχή την σχιζοφρένιά της και όχι να παλεύουν για την γιατρειά τους.
Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι που οι νέοι είναι τόσο βίαιοι σήμερα . Ο άνθρωπος εκ φύσεως την έχει μέσα του την βία και χαίρεται όταν έχει την ευκαιρία να την χρησιμοποιεί. Η βία στηρίζεται στο ένστικτο που είναι ισχυρότερο από το νου του ανθρώπου. Και ο γνήσιος φασισμός στο ένστικτο απευθύνθηκε και βρήκε τόσο πολλούς οπαδούς για να στήσει τόσα κρεματόρια και να προκαλέσει τόσες παγκόσμιες καταστροφές. Και σήμερα, με πιο ύπουλο τρόπο, το ίδιο πάει να κάνει, αλίμονο! Η καλύτερη τροφός του φασισμού, αληθινά, είναι η διεφθαρμένη δημοκρατία. Που, ανά την Υφήλιο, τέτοια είναι σήμερα.
Για να επανέλθω στον Δημητράκη, δεκαετία του 1960 κάπου ήταν, και στο Δημοτικό δεν τα πήγε καλά. Κάθε τάξη ζόρι, από δυο χρονιές καθεμιά, δεν πήγαινε καλά στα γράμματα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του. Από πολύ φτωχή οικογένεια, (όπως σχεδόν όλοι μας δα, τότε στο νησί), μικροκαμωμένος , αδύναμος και ασθενικός, με μια μυξούλα χειμώνα-καλοκαίρι στη μυτούλα του, ξυπόλυτος χειμώνα -καλοκαίρι, που να μείνει μυαλό πάνω σ’ αυτό το ταλαίπωρο σώμα για να μάθει γράμματα; Νηστικός πολλές φορές τα βράδια, ονειρευόταν ψωμί και πως , τάχαμου, είχε μάθει να μετράει αριθμούς και να διαβάζει γράμματα. Μα ούτε ψωμί είχε αρκετό, ούτε να μετρά, να γράφει και να διαβάζει είχε μπορέσει στα δέκα του χρόνια. Ο δάσκαλος τον κοπάναγε με την βίτσα και τα παιδιά, μεγαλύτερα και μικρότερα, που ένοιωθαν ανώτερα γιατί ήσαν ένα χιλιοστό πιο έξυπνα, τον κοπάναγαν στο σώμα και στην ψυχή με όποιο μέσο και τρόπο τούς ήταν εύκαιρος. Θηρία μας έλεγε η γιαγιά, Και ήμασταν, όπως τώρα και τότε.
Ήταν ανήμερα της Υπαπαντής στα μέσα της δεκαετίας του 60. Της πολυδιαφημισμένης ως χρυσής δεκαετίας, λόγω της τεράστιας παραγωγής τότε αριστουργημάτων της τέχνης, της Ποίησης, της Μουσικής, της Ζωγραφικής, του Θεάτρου, του Κινηματογράφου, παντού στον κόσμο ανώτερα πνεύματα δημιουργούσαν μεγαλείο. Αλλά και η βία, βία. Τα θηρία, θηρία. Άνθρωποι με όλη την βία του σύμπαντος μέσα τους. Όχι μόνο στο Βιετνάμ, μα και στο μικρό παραδείσιο νησί μας. Ένα τέρας αντιθέσεων, η ψυχή του ανθρώπου.
Απέναντι είχε χιονίσει και είχαν γίνει κάτασπροι, σαν γέροντες, ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος. Ο Βοριάς κουβαλούσε την Σιβηρική αγριάδα του και όλα είχαν παγώσει στο ωραίο νησί μας. Από τα δάκτυλα και τις μύτες μας μέχρι το νερό στις μεγάλες λακκούβες του χωματένιου δρόμου που οδηγούσε οκτακόσα μέτρα έξω από το χωριό , εκεί που είχαν στήσει οι παλιοί το σχολείο μας. Τζάμι είχε γίνει το νερό μέσα σ’ αυτές κι εμάς μάς άρεσε πολύ να παγοδρομούμε πάνω τους. Τότε ο χειμώνας ήταν γνήσιος , αλλά και η βία των μαθητών γνήσια επίσης.
Στο σχόλασμα, όλα τα παιδιά άρχισαν, ως συνήθως, καθ’ οδόν, το άγριο πείραγμα στον Δημητράκη. Αλίμονο στους ευαίσθητους και στους αδύναμους, εν μέσω των αγρίων! Ζούγκλα κι η ανθρωπότητα, κατά τον θείο Νόμο.
Ο Δάσκαλος είχε ζητήσει στο μάθημα να γράψουν τα παιδιά πάνω στην μαύρη πλάκα με το μολυβδοκόντυλό τους, ( τετράδια και στυλό δεν υπήρχαν τότε), το τι είχαν φάει στο σπίτι τους την προηγούμενη μέρα. Ο Δημητράκης είχε γράψει : «Γιανί πάτες». Γιαχνί πατάτες , εννοούσε ο καημένος. Μα , όταν το εξήγησε στο δάσκαλο, όλο το μονοθέσιο σχολείο λύθηκε στα γέλια. Ο δάσκαλος τα μάλωσε που γέλασαν, τους είπε πως πρέπει να σέβονται τον συμμαθητή τους κι εκείνον, βέβαια, τον διαβεβαίωσε πως του έβαλε μηδέν.
Στο δρόμο λοιπόν για την επιστροφή στα σπίτια τους, πήρανε όλα μαζί τον Δημητράκη στο ψιλό. Τον άφησαν να προχωράει μπροστά με τα μισοξυπόλητα ποδαράκια του πάνω στα παγωμένα ρείθρα του άθλιου δρόμου και όλα μαζί , πίσω του, αγόρια και κορίτσια, φώναζαν: «Τι θα φάμε σήμερα; Γιανί πάτες». Ο Δημητράκης, με την από άγρια τρίχα κατσίκας καμωμένη σάκα του, που μόνο την μαυρόπλακα και το μολυβδοκοντυλό είχε μέσα της, έτρεχε γρήγορα μπροστά για να αποφύγει την κοροϊδία και τον εμπαιγμό των «σοφών» συμμαθητών του. Ο πιο ζόρικος από τα αγόρια έτρεξε γρήγορα πίσω του , τον κυνήγησε και, όταν ο Δημητράκης πάτησε στην λακκούβα με τα παγωμένα νερά, πέταξε τη δική του σάκα με δύναμη και τον πέτυχε στην πλάτη. Ο μικροκαμωμένος φτωχός κλονίστηκε, τρίκλισε, γλίστρησε πάνω στον πάγο κι έπεσε βίαια, με τα μούτρα, πάνω στα υδάτινα τζάμια τού δρόμου, πλακώνοντας με το σώμα του την σάκα του με την μαυρόπλακά του, που γίνηκε χίλια θρύψαλα. Τότε όλα τα παιδιά τρόμαξαν, καθώς τον είδαν μπρούμυτα πεσμένο, ιδίως όταν πήγαν κοντά και τον είδαν εντελώς ακίνητο κι είδαν και μια μικρή κατακόκκινη λιμνούλα πάνω στον άσπρο πάγο. Πέφτοντας με το πρόσωπο κάτω, έσπασε η πάντα συναχωμένη μυτούλα τού Δημητράκη κι έγινε κατακόκκινος ο πάγος εκεί. Τραγική ακίνητη παιδική φιγούρα πεσμένη μπρούμυτα πάνω στην κρυάδα του βαρύ χειμώνα και της άγριας ανθρωπότητας. Τρόμαξαν πολύ. Νόμισαν πως σκοτώθηκε. Σήκωσαν τα πόδια ως τους ώμους από την τρελή τρεχάλα, να φύγουν γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος. Κανείς να τον βοηθήσει. Έμεινε έτσι μπρούμυτα ακίνητος και αμίλητος ο μικρός φτωχός.
Αλλά ευτυχώς, σχεδόν πάντα, -ας αισιοδοξούμε- , μέσα στην μαυρίλα και στην κακότητα του κόσμου , ξεπροβάλει κάποια ελπίδα για το καλό, με την μορφή φωτός. Και εδώ το φως ήρθε με την μορφή του προσώπου ενός παιδιού που είχε πρόσωπο, γιατί μάλλον στο σπίτι του οι άνθρωποί του ήταν πεφωτισμένοι. Ενός παιδιού, που δεν θα σας πω το όνομά του, γιατί σε όλη του την μετέπειτα λίγη ζωή του, ποτέ δεν θέλησε να ακουστεί το όνομά σου για όσα καλά έκανε σε συνανθρώπους του. Αυτός λοιπόν δεν λάκισε την ώρα της ανάγκης, δεν έτρεξε να φύγει τρομαγμένος, δεν εγκατέλειψε τον Άνθρωπο στο χώμα και στον πάγο. Τον σκούντησε, είδε πως ανέπνεε, αναθάρρυνε.
-Δημήτρη , του λέει, είσαι καλά;
-Η πλάκα μου, μωρέ, η πλάκα μου εγίνηκε χίλια ψίχαλα και τώρα ινταλώς θα μάθω γράμματα; του είπε ο Δημητράκης και άρχισε να κλαίει γοερά και να σκουπίζει την σπασμένη μύτη του με το βρεγμένο μανίκι του κουρελιασμένου σουρτουκιού του.
Αχ, καημένε Δημητράκη, όσα γράμματα κι αν μάθαινες, τον κόσμο και τον άνθρωπο δεν θα τους μάθαινες ποτέ….
Ωστόσο, ο συμμαθητής εκείνος τον πήρε στην πλάτη του και τον ανέβασε όλη την ανηφόρα στο χωριό, τον πήγε στο σπίτι του. Η μάνα του τρελάθηκε…
-Εγλίστρησε στον πάγο θέλει ε;
-Ναι , κυρά Γιαννούλα, στον πάγο εγλίστρησε.
Ο Δημητράκης έκλαιγε και φώναζε στην μάνα του να μην ξαναμαγειρέψει ποτέ πια «γιανί πάτες» και ταυτόχρονα φιλούσε τα χέρια, του άλλου, του αλλιώς…που αργότερα πήδηξε από έναν βράχο στο κενό, ακριβώς επειδή ήταν ο άλλος, ο αλλιώς. Επειδή κι η ζούγκλα έχει τις εξαιρέσεις της.
Από την συλλογή: «Άτοπα και άχρονα»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.