Η Παναγία Μυρτιδιώτισσα: Το θαυματουργό σύμβολο πίστης και ενότητας των Κυθήρων
Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, πολιούχος και προστάτιδα των Κυθήρων, αποτελεί μία από τις πιο θαυματουργές εικόνες της Ορθοδοξίας, με ιστορία που μετρά αιώνες και παραδόσεις που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα βρέθηκε από έναν βοσκό στην περιοχή Μυρτίδια – ονομασία που προέρχεται από τις μυρτιές της περιοχής. Ο βοσκός άκουσε μια φωνή και είδε όραμα, το οποίο τον οδήγησε στην ανακάλυψη της ιερής εικόνας. Όταν εκείνη «επέστρεφε» μόνη της στο σημείο εύρεσης, αποφάσισε να χτίσει έναν μικρό ναΐσκο, ο οποίος αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού προσκυνήματος.
Ο ναός εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες: από μοναχικό εκκλησάκι τον 15ο αιώνα, μετατράπηκε σε εντυπωσιακή βασιλική τον 19ο αιώνα (1841-1857), χάρη στις γενναίες συνεισφορές της ομογένειας. Τον συντονισμό είχε ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ενώ εξέχων δωρητής υπήρξε ο Νικήτας Τζάνες. Η εικόνα, αρχικά σκοτεινή, θεωρείται από την παράδοση έργο του Ευαγγελιστή Λουκά και σήμερα φέρει περίτεχνο χρυσό κάλυμμα του 1837.
Η φήμη της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας συνδέεται με πολυάριθμα θαύματα, τα οποία αποτυπώνονται και στα τάματα που κοσμούν τον ναό. Τρία ξεχωρίζουν: η ίδια η εύρεση της εικόνας, η θαυματουργή θεραπεία ενός παραλύτου που εγκαταλείφθηκε μπροστά της, και η σωτηρία του φρουρίου της Χώρας το 1829, όταν ένας κεραυνός απείλησε την πυριτιδαποθήκη του.
Κάθε χρόνο, η εικόνα λιτανεύεται πολλές φορές, με κορυφαία στιγμή τη «γύρα». Μετά το Πάσχα, η εικόνα περιφέρεται σε όλα τα 70 χωριά των Κυθήρων και επιστρέφει πανηγυρικά την Κυριακή των Μυροφόρων. Η μοναδική αυτή παράδοση κρατά ενωμένο το νησί, αποτελώντας ζωντανό δεσμό πίστης, μνήμης και ταυτότητας για τους Κυθήριους.
Παναγία Μυρτιδιώτισσα (19ος αἰ.)
Τό συγκρότημα τῆς Μονῆς Μυρτιδίων ἀποτελεῖται ἀπό α) τό Καθολικό στό κέντρο πού ἀνήκει στόν τύπο της τρίκλιτης βασιλικῆς μέ ὑπερυψωμένο τό κεντρικό κλίτος, νάρθηκα καί ὑπερῷο (γυναικωνίτης), στό κατώτερο επίπεδο τοῦ ὁποίου βρίσκεται ὁ ἀρχικός Ναός τῆς Παναγίας, β) Κελλιά πού διατάσσονται βόρεια καί νότια τοῦ Καθολικοῦ, στά ὁποῖα φιλοξενοῦνται κυρίως πιστοί γιά τή νηστεία τῶν πρώτων 15 ἡμερῶν τοῦ Αὐγούστου (δεκαπεντισμός), γ) Κωδωνοστάσιο στά ΒΑ τοῦ Καθολικοῦ, ἀπό πωρόλιθο, συνολικοῦ ὕψους 26μ., μέ ἐντυπωσιακούς τοξοειδεῖς σχηματισμούς στά μέτωπα τῶν τεσσάρων ὀρόφων, δ) Ναΐδιον τῆς Ἁγίας Τριάδος, μονόχωρο καμαροσκεπές, μεταβυζαντινῶν χρόνων.
Ὁ ἀρχικός Ναός τῆς Παναγίας ἔχει προσαρμοσθῆ στή φυσική διαμόρφωση βραχώδους ἀνοίγματος στό ὁποῖο ὑπάρχει ἀβαθής κόγχη στά βόρεια γιά τή φιλοξενία τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, χῶρος πού ὑπομνηματίζει στήν εὕρεσή της. Σήμερα στό παλαιό Καθολικό ὑπάρχει εἰκόνα τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, μέ ἀργυρή ἐπένδυση καί ἐπιγραφή: Διά σπουδῆς καί δαπάνης CΚ CΚ + Χ Ἱερομόναχου καί ἡγουμένου Καλούτζη, ποίημα Θεοφίλη Σπιθάκη.
Τό νεώτερο Καθολικό στή μορφή πού διατηρεῖται σήμερα κτίστηκε ἀπό τόν ἡγούμενο Ἀγαθάγγελο Καλλίγερο στά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Ἀνήκει στόν τύπο τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς, μέ μαρμάρινο τέμπλο καί επιγραφή πού μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τό φιλοτέχνησαν καλλιτέχνες ἀπό τήν Τῆνο, τό ἔτος 1856. Ἐντυπωσιακό εἶναι τό κωδωνοστάσιο κτισμένο ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό πωρόλιθο τό ὁποῖο διακοσμήθηκε ἀπό τόν Κυθήριο καλλιτέχνη Νικόλαο Φατσέα (Φουριάρη) τό 1888. Κελλιά διατάσσονται βόρεια και νότια τοῦ Καθολικοῦ διά τούς εὐλαβεῖς προσκυνητάς.
Ἡ παράδοση ἀφηγεῖται τήν εὕρεση τῆς εἰκόνας τό 1160 ἤ τόν 15ο αἰώνα, στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Μονῆς ἀπό ἕνα βοσκό, σκηνή ἡ ὁποία ἐνσωματώθηκε στήν κατώτερη ζώνη τοῦ ἐνδύματος τῆς εἰκόνας πού φιλοτεχνήθηκε ἀπό τό Νικόλαο Θεόφιλο Σπιθάκη τό 1837 Μρ 12, ὅπως πληροφορούμεθα ἀπό τήν χαραγμένη στό ἔνδυμα ἐπιγραφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια