Header Ads

Header ADS

Η Μυρτιδιώτισσα των Βελανιδίων: Η Μαύρη Παναγιά Μια ιστορία γραμμένη από το πέλαγο, το τάμα των θαλασσινών και την καλή καρδιά του Αγά.



Η Μυρτιδιώτισσα των Βελανιδίων: Η Μαύρη Παναγιά
Μια ιστορία γραμμένη από το πέλαγο, το τάμα των θαλασσινών και την καλή καρδιά του Αγά.
📜Η ιστορική πηγή: Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται σε ένα σπάνιο ντοκουμέντο: απόσπασμα της εφημερίδας «Ηχώ της Επιδαύρου» του 1953, όπου ο αείμνηστος εφημέριος των Βελανιδίων, παπά-Παναγιώτης Μιχαηλίδης (πρόσφυγας από την Τραπεζούντα του Πόντου), εξιστορεί πώς ο ναός έλαβε το όνομα της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, έτσι όπως το άκουσε το 1923 από τα χείλη του 90χρονου γερο-Βενέτη (Νικόλαου Δράκου).
Το Μαύρο Παναγιά.
Μια φορά κι έναν καιρό, το φθινόπωρο του 1923, έφτασε στα Βελανίδια ένας κυνηγημένος ιερέας, ο παπά-Παναγιώτης Μιχαηλίδης. Είχε έρθει από την κοσμοξάκουστη Τραπεζούντα του Πόντου, κουβαλώντας στην πληγωμένη του καρδιά τον καημό της προσφυγιάς.
Στην άκρη του Καβομαλιά ζούσε ένας γέροντας ενενήντα χρονών, σοφός σαν τα βουνά και θαλασσοδαρμένος από την αρμύρα. Τον έλεγαν Νικόλαο Δράκο, μα οι ναυτικοί τον φώναζαν Βενέτη. Μόλις ο γερο-Βενέτης έμαθε για τον ερχομό του νεοφερμένου παπά, θέλησε αμέσως να τον συναντήσει.
Όταν έσμιξαν και ο παππούς Νικόλας άκουσε πως ο ιερέας κρατούσε από την Τραπεζούντα, τα μάτια του βούρκωσαν. Θυμήθηκε τα νιάτα του, τότε που όργωνε τον Εύξεινο Πόντο με τα καράβια. Θυμήθηκε πως εκεί, στην άλλη άκρη της γης, είχε περάσει δύο ολόκληρες Σαρακοστές, είχε εξομολογηθεί και είχε κοινωνήσει στα άγια χώματα του Πόντου.
Οι δύο άνδρες κάθισαν κοντά στη φωτιά και ο γέροντας άρχισε να ξετυλίγει το παραμύθι της αλήθειας, έτσι όπως το είχε ζήσει ο δικός του ο παππούς:
«Πολλά χρόνια πριν, παπά μου, στα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς των Τούρκων, εδώ στα Βελανίδια όριζε τη γη ένας Τούρκος Αγάς. Δικός του ήταν όλος ο εύφορος, ποτιστικός τόπος του Αγίου Μύρωνα, μια ώρα δρόμο από το χωριό. Όμως ο Αγάς αυτός, αντίθετα με άλλους, δεν είχε κακία μέσα του, είχε καρδιά μαλακιά. Φίλο πιστό και δεξί του χέρι είχε τον παππού μου, τον Δράκο.
Μια μέρα, ο Αγάς στάθηκε, κοίταξε το χωριό και είπε στον παππού μου:
— Δράκο, εσείς οι Χριστιανοί δεν έχετε μια εκκλησιά μες στο χωριό σας να ανάβετε ένα κερί. Φτιάξτε, λοιπόν, έναν ναό και βάλτε όποιον Άγιο λαχταρά η ψυχή σας!
Ο παππούς μου σάστισε. Άνοιξε τα χέρια του και είπε με παράπονο:
— Μα, Αγά μου, εμείς είμαστε φτωχολογιά. Πού να βρεθούν τα χρήματα για τέτοιο μεγάλο έργο;
Τότε ο Αγάς χαμογέλασε και του χτύπησε την πλάτη:
— Εγώ θα σας δώσω τα λεφτά, Δράκο! Και μετά, με το κολάι σας, σιγά-σιγά, όταν μπορέσετε, μου τα γυρίζετε πίσω. Πήγαινε τώρα να το πεις και στους άλλους χωριανούς.
Ο παππούς μου έτρεξε γεμάτος χαρά, μα σαν έφτασε στους άλλους Βελανιδιώτες, το κλίμα πάγωσε. Εκείνα τα χρόνια, οι Τούρκοι γκρέμιζαν τις εκκλησιές, δεν τις έχτιζαν.
— Πονηριά είναι! Σίγουρα παγίδα μας στήνει ο Αγάς για να μας εξοντώσει! ψιθύριζαν οι χωριανοί με τρόμο.
Ο φόβος φώλιασε στις καρδιές τους. Πέρασαν δεκαπέντε ολόκληρες μέρες και ο παππούς μου δεν κοτούσε να παρουσιαστεί μπροστά στον Αγά. Έσκυβε το κεφάλι και άλλαζε δρόμο, μην ξέροντας τι να του απολογηθεί.
Ώσπου ο Αγάς έχασε την υπομονή του. Έστειλε τους ανθρώπους του, φώναξε τον παππού μου στο σαράι και με φωνή βροντερή, γεμάτη αυστηρότητα, τον ρώτησε:
— Γιατί, Δράκο; Γιατί αδιαφορείς και δεν φροντίζεις να ξεκινήσει το κτίσιμο της εκκλησιάς;
Ο παππούς μου, τρέμοντας, προσπάθησε να δικαιολογηθεί:
— Αγά μου, το είπα στους χωριανούς... Μα είμαστε σε μεγάλη αμηχανία. Δεν έχουμε ούτε ένα γρόσι στην άκρη και φοβόμαστε πως δεν θα μπορέσουμε να σου τα γυρίσουμε...
— Πήγαινε, Δράκο, του είπε τότε ο Αγάς με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα, μα με μάτια καθαρά. Πήγαινε να τους πεις εκ δευτέρου να στρωθούν στη δουλειά! Να ανάψουν ένα καμίνι, να κουβαλήσουν άμμο και πέτρα. Όσα χρήματα χρειαστούν, θα τα βάλω εγώ από την τσέπη μου. Και σαν τελειώσετε, μου τα επιστρέφετε σιγά-σιγά, σε τρεις ή τέσσερις δόσεις.
Έτσι κι έγινε, παπά μου. Ο φόβος παραμέρισε, τα χέρια πήραν φωτιά και μέσα σε λίγο καιρό η πρώτη εκείνη εκκλησιά ορθώθηκε μικρή και ταπεινή στο χωριό.
Ύστερα, μαζεύτηκαν όλοι οι γεροντάδες να σκεφτούν ποιον Άγιο να βάλουν προστάτη. Εκείνα τα χρόνια, βλέπεις, τα Κύθηρα τα είχαν στα χέρια τους οι Άγγλοι. Όποτε μαύριζε ο τόπος από τον Τούρκο και κινδύνευε η ζωή των Βελανιδιωτών, έπαιρναν τις βάρκες και έφευγαν απέναντι να σωθούν. Είχαν πιάσει μεγάλη φιλία με τους Κυθήριους, είχαν γίνει ένα. Εκεί γνώρισαν και τη δική τους καταφυγή.
«Την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα θα βάλουμε!» είπαν με μια φωνή. Και είχαν βαθιά πίστη στην καρδιά τους πως, όπως Εκείνη σήκωσε τον παράλυτο στο θαύμα των Κυθήρων, έτσι θα σήκωνε και το σκλαβωμένο Ελληνικό Έθνος από τη δυστυχία του.
— Και με τα χρέη στον Αγά, τι απέγινε, μπάρμπα-Νικόλα; ρώτησε χαμηλόφωνα ο παπά-Παναγιώτης.
— Άκου να δεις τι θαύμα έγινε, παπά μου! Τον πρώτο καιρό, οι χωριανοί μαζέψανε το υστέρημά τους και πληρώσανε την πρώτη δόση. Το επόμενο έτος όμως, η σοδειά δεν πήγε καλά, τα ταξίδια δεν απέδωσαν και η δεύτερη δόση καθυστέρησε. Ο Αγάς, όπως ήταν φυσικό, κάλεσε τον παππού μου τον Δράκο να ζητήσει τα ρεσέτια του. Ο παππούς μου, στενοχωρημένος, του υποσχέθηκε:
— Αγά μου, χρήματα μετρητά δεν έχουμε, αλλά θα πουλήσουμε τα ζώα μας, το βιος μας, για να σου πληρώσουμε την οφειλή το ταχύτερο.
Όμως, την επόμενη κιόλας μέρα, πριν προλάβει να ξημερώσει καλά-καλά, ο Αγάς έστειλε πάλι μήνυμα να παρουσιαστεί ο Δράκος μπροστά του. Στο χωριό έπεσε βουβαμάρα.
«Κακό μεγάλο θα μας βρει τώρα», ψιθύριζαν όλοι έντρομοι.
Σαν διάβηκε ο παππούς μου το κατώφλι, είδε τον Αγά χλωμό, να τρέμει ολόκληρος. Τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:
— Δράκο, όσα χρήματα μου χρωστάτε, σας τα χαρίζω όλα! Μέχρι το τελευταίο γρόσι! Γιατί απόψε το βράδυ παρουσιάστηκε στον ύπνο μου ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΑΝΑΓΙΑ. Με φοβέρισε άγρια, άστραψε το μάτι της και μου είπε να μην τολμήσω να ζητήσω ξανά χρήματα από τους φτωχούς Χριστιανούς!
Έτσι, η Μυρτιδιώτισσα άπλωσε το μαύρο της πέπλο και προστάτευσε το φτωχικό Της σπίτι και τους ανθρώπους του χωριού».
Ο μπάρμπα-Νικόλαος ο Βενέτης «έφυγε» μετά από καιρό πλήρης ημερών, παίρνοντας μαζί του τις ζωντανές θύμησες του παλιού Καβομαλιά. Όμως ο παπά-Παναγιώτης Μιχαηλίδης ρίζωσε για τα καλά στα Βελανίδια. Αγάπησε τον τόπο, αγαπήθηκε από τους ανθρώπους του και υπηρέτησε την ενορία με μια σιωπηλή, ακλόνητη αφοσίωση για δεκαετίες, κουβαλώντας μέχρι τα γεράματά του τον καημό της χαμένης πατρίδας και την αγάπη για το νέο του καταφύγιο.
Στα χρόνια της μακράς διακονίας του, η πρώτη εκείνη, ταπεινή εκκλησιά λύγισε από το βάρος των ετών. Έτσι, την περίοδο 1930-1932, οι Βελανιδιώτες πήραν τη μεγάλη απόφαση να σηκώσουν στη θέση της μια νέα, μεγαλοπρεπή εκκλησιά, σε ρυθμό βυζαντινό. Όμως, οι παράδες δεν έφταναν για να τελειώσει ο μεγάλος πέτρινος θόλος με κουμπέ. Για να μην μένει ο ναός ανοιχτός στους ανέμους του Μαλέα, τον στέγασαν προσωρινά με ξυλεία. «Μέχρι να σαπίσει το ξύλο, θα έχουμε μαζέψει τα λεφτά να φτιάξουμε τον θόλο», έλεγαν.
Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ενέσκηψε ο μεγάλος πόλεμος και η μαύρη Κατοχή. Τα χρήματα που με τόσο κόπο είχαν συγκεντρωθεί, έχασαν την αξία τους από τον πληθωρισμό, έγιναν απλά χαρτιά. Και η ξυλεία στην οροφή, έπειτα από τόσα χρόνια, κόντευε πια να σαπίσει και να πέσει να τους πλακώσει.
Τότε, το χωριό έκανε το δικό του, νέο θαύμα. Έγινε ένας μεγάλος έρανος, απ' άκρη σ' άκρη. Όλοι έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Και μέσα σε τρεις μόλις μήνες, το 1954, ο θόλος και οι κούρμπες χτίστηκαν στερεά στον ουρανό! Ύστερα φτιάχτηκε ο γυναικωνίτης, σοβατίστηκε το εσωτερικό... Όμως το εξωτερικό το αφήσανε ανέγγιχτο, με την πελεκητή πέτρα γυμνή, για να μην χάσει την αρχοντιά και την αξία της.
Ο παπά-Παναγιώτης, αν και ευλόγησε τους πέτρινους τοίχους, δεν πρόλαβε να δει το όνειρό του ολοκληρωμένο, έτσι όπως το φανταζόταν πάνω από τα πρώτα σχέδια του μηχανικού, του κυρίου Ευάγγελου. Έφυγε με την προσμονή του μεγάλου ρολογιού που θα μετρούσε τις ώρες της προστασίας Της ψηλά στον ουρανό.
Σήμερα, η εκκλησία των Βελανιδίων στέκει ως μία από τις ωραιότερες και πιο στέρεες σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το καμπαναριό ολοκληρώθηκε και υψώνεται πια αγέρωχο δίπλα στην πελεκητή πέτρα του ναού, έτσι όπως το αντικρίζουμε σήμερα.
Με λίγα λόγια, αυτή είναι η ιστορία της Μεγαλόχαρης Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας στα Βελανίδια. Μια ιστορία γραμμένη με φόβο, πίστη, το κολάι ενός Αγά και την αδούλωτη ψυχή των θαλασσινών.
Με πολλές ευχές,
Νικόλαος Παυλάκης
ΥΓ. Θα ήθελα να εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια στο ιστολόγιο https://velanidia-baladis.blogspot.com και προσωπικά στον Βαλάντη Καραντζή, https://www.facebook.com/velanidiabaladis.blogspot?locale=el_GR ο οποίος μέσα από την εξαιρετική και ακούραστη δουλειά του (με podcasts, βίντεο και καταγραφές) προβάλει, διασώζει και αναδεικνύει την ιστορία και την ψυχή του αγαπημένου μας χωριού.
📜 ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ (1953)
(Για όσους δυσκολεύονται να διαβάσουν το απόκομμα της φωτογραφίας, παραθέτω αυτούσια την επιστολή του παπά-Παναγιώτη Μιχαηλίδη στην «Ηχώ της Επιδαύρου»):
«Αγαπητέ κ. Κατσώνη σας χαιρετώ και σας συγχαίρω διά τους πατριωτικούς αγώνας της φιλτάτης «Ηχούς της Επιδαύρου» η οποία δικαίως έχει αποκτήσει την συμπάθειαν των Λακώνων αλλά και πέραν αυτών κατέστη φυλλον ιδιαιτέρας εκτιμήσεως και ως τοιούτο παρακολουθείται από τας κρατικάς αρχάς με ενδιαφέρον.
Διά της παρούσης, έρχομαι να σας παρακαλέσω όπως μη λησμονείται να ενδιαφέρεσθε και διά τον ενοριακόν Ναόν της Παναγίας της Μυρτιδιωτίσσης, ο οποίος έχει ανάγκην της συνδρομής των απανταχού Βελανιδιωτών, προς γενικωτέρον τακτοποίησην και αναμόρφωσιν αυτού. Χάριν δε της ενημερώσεως του κοινού επιστρέψατε μου να σας περιγράψω εν συντομία κάπως την ιστορίαν της εκκλησίας ταύτης, εις την οποίαν επί τριάντα οκτώ συνεχή έτη εφημερεύω όπως την έχω ακούσει από τον εννενηκοτούντην τότε μακαρίτην Νικόλαον Δράκον ή Βενέτην κατά το έτος 1923 οπότε το πρώτον ως Πρόσφυγξ ήλθον και εγκατεστήθη ενταύθα.
Πρώτον ο Σεβαστός γέρων με ερώτησεν από που κατάγομαι;Και όταν έμαθεν ότι κατάγομαι από την Τραπεζούντα εδάκρυσεν από συγκίνισιν, διότι ήτο ναυτικός και με τα ταξίδια του εγνώρισεν όλα τα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Δύο σαρακοστές, μάλιστα, όπως μου είπεν, έτυχεν να ευρεθεί είς την Τραπεζούντα όπου και εξομολογήθη και εμετάλαβεν.
Και εσυνέχισεν ο γέρων:Εδώ Παπά μου τα παληά χρόνια κατοικούσε ο Τούρκος Αγάς του χωριού εις τον οποίον ανήκεν ολόκληρος η ποτιστική μεγάλη περιοχή του Αγίου Μύρωνος η οποία απέχει από το χωριό μίαν ώραν.
Ο Αγάς του χωριού ήτο καλός άνθρωπος. Είχεν φίλον και υποκόμον τον παππού μου και του είπεν.
Δράκο εσείς εκκλησίαν δεν έχετε είς το χωρίον μέσα. Να φτιάσετε μία εκκλησίαν και ότι Άγιον θέλετε βαλετε.
Μα Αγά μου εμείς χρήματα δεν έχομεν απάντησεν ο παππούς μου.
Θα σας δώσω εγώ απάντησε ο Αγάς και μέ το κολάϊ σας μου τα δίδετε.
Πήγαινε να το πης και εις τους άλλους χωριανούς σου.
Όταν επήγεν ο παππούς μου και το είπεν εις τους άλλους αυτοί υποπτεύθησαν μήπως ο Αγάς κάτι κακό σκέπτετε να κάνει στους Χριστιανούς, διότι την εποχήν εκείνην όχι μόνον οι Χριστιανοί δεν έκτιζον εκκλησίες αλλά οι Τούρκοι κατέστρεφον και τις κτισμένες. Γι’αυτό επί 15 ημέρας ο παππούς μου εφοβήθη να παρουσιασθή εις τον Αγάν και να του δώσει απάντησην.
Τότε ο Αγάς τον εκάλεσεν και του είπεν με έντονον τρόπον διατί δεν φροντίζει διά την εκκλησίαν.
Ο παππούς μου εδικαιολογήθη ότι το είπεν και εις τους άλλους χωριανούς αλλά ευρέθησαν εις αμηχανίαν διότι δεν είχον χρήματα.
Πήγαινε του είπεν ο Αγάς, να τους πεις εκ δευτέρου να κάμουν ένα καμίνι να κουβαλήσουν άμμον και πέτραν και ότι χρήματα θα χρειαστούν θα τα δώσω εγώ και σε τρεις τέσσαρες δόσεις μου τα επιστρέφετε.Έτσι και έγινεν και η εκκλησίαν εκτίσθη.
Κατόπιν εσκέφτη σαν ποίον Άγιον να βάλουν. Τα Κύθηρα τότε ήσαν εις την Αγγλική Κατοχήν και Βελανιδιώτες έφευγον εκεί διά να σώσουν την ζωή των.Έτσι οι Βελανιδιώτες είχον μεγάλην γνωριμία με τους Κυθηρίους, και ως Άγιον έβαλον την Παναγίαν την «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», με την πίστην ότι θα αναστήσει και το Ελληνικόν Έθνος όπως ήγειρεν και τον παράλυτον.
Ύστερον από ολίγον καιρόν επληρώθη η πρώτη δόσις εις τον Αγάν. Το επόμενον όμως έτος καθυστέρησον την δευτέραν δόσιν. Ο Αγάς τότε εκάλεσεν τον Δράκον και του είπεν σχετικώς, και ο Δράκος υπεσχέθη ότι χρήματα δεν έχουν, αλλά θα πωλήσουν τα ζώα των να πληρώσουν την οφειλήν των το ταχύτερο.Αλλά την επομένην ημέραν ο Αγάς εκάλεσεν πάλιν τον Δράκον.
Όλοι τότε εφοβήθησαν κάτι κακόν θα γίνει, όταν ο Δράκος παρουσιάσθη εις τον Αγάν του είπενΔράκο όσα χρήματα μου χρωστάτε σας τα χαρίζω, διότι απόψε παρουσιάσθη εις τον ύπνο μου το ΜΑΥΡΟ ΠΑΝΑΓΙΑ με εφοβέρισεν και μου είπεν να μην ζητήσω χρήματα από τους πτωχούς Χριστιανούς.
Είς την θέσιν της παλαιάς αυτής εκκλησίας τα δύο έτη 1930-1932 ανοικοδομήθη νέαν εκκλησίαν Βυζαντινού ρυθμού αλλά επειδή δεν υπήρχον τότε όλα τα χρήματα όπου εχρειάζοντο, παρέστη ανάγκην να στεγασθή με ξυλίαν με την ελπίδαν έως ότου σαπίσει η ξυλία θα συγκεντρωθούν τα χρήματα να κατασκευασθή ο θόλος με κουμπέ.
Εμεσολάβησεν όμως ο πόλεμος και η κατοχήν και τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί αχρηστεύθησον λόγω του πληθωρισμού και η ξυλεία εκόντευεν να σαπίσει διενεργήθη έρανος ο οποίος εντός ολίγου χρονικού διαστήματος απέδωκεν τα αναγκαία χρήματα και εις το διάστημα τριών μηνών το έτος 1953 κατασκευάσθη ο θόλος και κούρμπες και εν συνεχεία εγένετο ο γυναικονίτης και η εσωτερική σοβάντισις ( καθότι εξωτερικός δεν σοβαντίζεται διά να μην χάσει την αξίαν των εκ πελεκυμένων λίθων του τοίχου) και τώρα δυνάμεθα να είπωμεν ότι η εκκλησία των Βελανιδίων είναι μίαν από τας ωραιοτέρας και στερεωτέρας εκκλησίας που υπάρχουν εις την Ελλάδα.
Απομένει μόνον το κωδωνοστάσιον (καμπαναριό) του οποίου την δαπάνην έχομεν και περιμένουμεν την σύνταξιν του σχεδίου από τον μηχανικόν κ. Ευάγγελον…και όταν θα κατασκευασθή και αυτό τότε θα διενεργήσωμεν έρανον να τοποθετήσωμεν και ωρολόγιον.
Αυτή είναι η ιστορία της Μεγαλόχαρης Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης
Με πολλάς Ευχάς
Ο Εφημέριος Βελανιδίων Βοιών Παναγιώτης Μιχαηλίδης Ιερεύς.»



Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.